Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

ΟΡΦΕΑΣ και ΟΡΦΙΣΜΟΣ


Μία εισαγωγή για το ποιος ήταν ο Ορφέας 

Στο τέλος της Αρχαϊκής Εποχής περίπου τον 6ο αι. π.Χ., στον ελλαδικό χώρο γνώρισαν μεγάλη διάδοση οι μυστικές διδασκαλίες που έστρεφαν το θρησκευτικό ενδιαφέρον των πιστών τους στην μεταθανάτεια ζωή. Η πιο γνωστή απ' όλες τις τάσεις αυτές ήταν αυτή των Ορφικών. 

Ορφεύς - Ο ιδρυτής μιας θρησκείας 

Το όνομα συγγενεύει με το ουσιαστικό όρφνη (σκότος ή νύχτα) και με το επίθετο ορφναίος (σκοτεινός). 


Ο Ορφέας αναφέρεται για πρώτη φορά στο τέλος του 6 αι. από τον ποιητή Ίβυκο. Άλλη μαρτυρία είναι η ζωφόρος του θησαυρού των Σικυωνίων στους Δελφούς που χρονολογείται πριν από τα μέσα του 6ου αι. Εκεί ο Ορφέας απεικονίζεται με τους ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΥΣ πάνω στην ΑΡΓΩ κρατώντας λύρα. 

Υπάρχει πλούσια ορφική φιλολογία που αποδίδεται στον 6ο αι., αλλά ελάχιστη από αυτήν έχει διασωθεί. Στους "Ομηρικούς Ύμνους", στα έπη του Ομήρου και στον Ησίοδο, ο Ορφέας είναι άγνωστος. Η Μυθολογία τον θέλει να λαμβάνει μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, οπότε πρέπει να έζησε πριν από τον Τρωϊκό Πόλεμο. Καταγόταν από την Θράκη και η αρχαιότητα τον ύψωσε σε σύμβολο της κιθαρωδίας. Έλεγαν πως μέχρι τότε την εποχή του η λύρα είχε 7 χορδές - εκείνος την τελειοποίησε προσθέτοντας άλλες 2, στο σύνολο 9, όσες και οι Μούσες. 


Η συμμετοχή του στην Αργοναυτική Εκστρατεία και η κατάβασή του στον Άδη ως ζωντανού με σκοπό να επαναφέρει στον Απάνω Κόσμο την νεαρή σύζυγό του Ευρυδίκη, αποτελούν τα σημαντικότερα στοιχεία της μυθικής ζωής του. 


Η δύναμη της μουσικής και της φωνής του ήταν τέτοια, που μπορούσε να κατευνάσει την οργή των κυμάτων, να υπερισχύσει του τραγουδιού των Σειρήνων, να αδρανοποιήσει τον δράκο - φύλακα του Χρυσόμαλλου Δέρατος, να ηρεμεί τα οξυμένα πνεύματα όσων πήραν μέρος στην Εκστρατεία, να αδρανοποιήσει τον Κέρβερο κατά την κάθοδό του στον Άδη, να μαγεύει τα πάντα μέχρι και τους βασιλείς του Κάτω Κόσμου οι οποίοι και δέχτηκαν να του επιστρέψουν την Ευρυδίκη, με τον όρο όμως εκείνη να μην του μιλήσει και εκείνος να μην την κοιτάξει έως να ανεβούνε στο φως. Ο Ορφέας όμως αδημονώντας να την αντικρίσει, στράφηκε λίγο πριν φτάσουν στην "έξοδο" και η σκιά της Ευρυδίκης επέστρεψε στον κόσμο των νεκρών. 



Ο ερωτευμένος άντρας πικραμένος περιπλανιόταν αμίλητος για 7 ημέρες χωρίς τροφή θρηνώντας για τον δεύτερο χαμό της γυναίκας του. Από τότε έγινε αδιάφορος προς τις γυναίκες και ταπείνωνε όσες τον πλησιάζανε. Μερικοί λένε πως μη αντέχοντας τον πόνο, αυτοκτόνησε. Άλλοι λένε πως ο Διόνυσος τον τιμώρησε επειδή περιφρονούσε τα μυστήριά του και έστειλε τις Βάκχες του να διασπάσουν τα μέλη του και να τα πετάξουν μακριά. Οι Μούσες τότε μάζεψαν τα μέλη του και τα έθαψαν στα Λείβδηθρα, ενώ το κεφάλι του που ρίχτηκε στον 'Εβρο, το ξέβρασε η θάλασσα στη Λέσβο. Άλλοι λένε πως ο Ορφέας θανατώθηκε απο τις γυναίκες της Θράκης που τον εκδικήθηκαν επειδή τις απέκλεισε από τα Μυστήριά του. Υπάρχει βεβαίως και η εκδοχή πως ο Ορφέας θανατώθηκε από τον Δία με κεραυνό. 

Εδώ για πρώτη φορά στην Ιστορία της Ελληνικής Θρησκείας συναντούμε έναν ιδρυτή μιας Θρησκείας που είναι άνθρωπος και συγχρόνως μυθικός ήρωας και πεθαίνει ως μάρτυρας της πίστης του. 

Η μύθοι για τον Ορφέα εμπλουτίστηκαν πολύ από την εποχή που η θρησκευτική αίρεση των Ορφικών τον τίμησε ως αρχηγό και του απέδωσε τη μυστική διδασκαλία για την διπλή φύση του ανθρώπου (θεϊκή και τιτανική) και για τη μεταθανάτια τύχη της ψυχής. 

Το δόγμα του Ορφισμού στηρίζεται στη βάση ότι ο άνθρωπος έχει διπλή φύση - καλή και κακή. 


Το ανθρώπινο σώμα ήταν ένα ακάθαρτο περίβλημα της ψυχής, μια φυλακή στην οποία βρίσκεται κλεισμένη η ψυχή ή καλύτερα ήταν ο τάφος της ψυχής. 


Πίστευαν ότι η ψυχή πριν φυλακιστεί στο σώμα, ζούσε μακάρια σε άλλον κόσμο. Υποχρεώθηκε να κλειστεί στο σώμα για να τιμωρηθεί το έγκλημα των Τιτάνων, των οποίων οι άνθρωποι είναι απόρροια. Ο κολασμός τελειώνει με το θάνατο και η ψυχή, εξαγνισμένη, επιστρέφει στο τόπο της μακαριότητας. Αν συμβεί να μην ζήσει ο άνθρωπος δίκαια, η ψυχή δεν θα έχει κτίσει την ποινή της, άρα και θα υποχρεωθεί να ξαναφυλακιστεί σε άλλο σώμα ως τον πλήρη εξαγνισμό της. Επίσης πίστευαν πως οι ψυχές που διαπράττουν αμαρτήματα στον Άλλο Κόσμο, στέλνονται πίσω σ' αυτόν για να τιμωρηθούν, ακριβώς όπως αμαρτήματα που διαπράχτηκαν εδώ τιμωρούνται στον Κάτω Κόσμο. 


Στον Άλλο Κόσμο, οι καλοί ζουν σε μακαριότητα και οι κακοί υφίστανται τιμωρία "την οποία κανείς δεν μπορεί να απαλύνει". Εκείνοι που κράτησαν τις καρδιές τους μακριά από την αδικία κατά την διάρκεια 3 διαμονών (ζωών), τόσο στο Πάνω όσο και στο Κάτω Κόσμο, "πηγαίνουν από το Δρόμο του Δία, περνάνε τον Πύργο του Κρόνου και φτάνουν στα Νησιά των Μακάρων". Εκεί η μετανάστευση φτάνει στο τέλος της. Αυτή η ζωή είναι παράλληλη με την άλλη. Η ψυχή ζει και στις δύο διαδοχικά, είναι δυνατόν να διαπράξει αμάρτημα και στις δύο και να τιμωρηθεί και στις δύο. 

Είναι φανερό ότι η δυαδική αντίληψη της ανθρώπινης φύσης (σώμα και ψυχή) και η πίστη στη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής, δηλαδή στην αθανασία, είναι από τις σημαντικότερες δοξασίες των μυστικών τάσεων της Αρχαίας Εποχής. 

Αποδείχτηκε καταστροφικό που οι Ορφικοί αποτελούσαν μία αίρεση από την οποία αποκλείονταν οι υπόλοιποι άνθρωποι, καθώς και το ότι πίστευαν πως οι ίδιοι ήταν καλύτεροι και ευσεβέστεροι από τους άλλους. Γιατί έτσι αναγκάστηκαν, επίσης να δοκιμάσουν και την ειρωνία και την αντιπάθεια του κόσμου και για ότι υπέφεραν σ' αυτόν τον κόσμο έπαιρναν εκδίκηση στην άλλη ζωή. Θεωρούσαν επιτακτική την ανάγκη προετοιμασίας των ανθρώπων για την μεταθάνατια μακαριότητα. Οι Ορφικοί δεν είχαν ναούς, αλλά συγκεντρώνονταν σε ευρύχωρα δωμάτια σπιτιών για να ψάλουν ύμνους και να γνωρίσουν την διδασκαλία του μυθικού αρχηγού τους Ορφέα. Αυτοί που γίνονταν δεκτοί, εξαγνίζονταν με κανονικό τρόπο που περιλάμβανε και το τρίψιμο με χονδράλευρο και λάσπη. Υποβάλλονταν επισης σε θρησκευτικούς καθαρμούς από τους λεγόμενους στα μεταγενέστερα χρόνια "ορφεοτελεστάς", οι οποίοι για κάθε ιεροπραξία διάβαζαν τα κατάλληλα κείμενα από ιερά βιβλία που αποδίδονταν στον Ορφέα ή στο μαθητή του Μουσαίο. 

Οι "οφεροτελεσταί" όπως τους αποκαλεί ο Θεόφραστος, δεν διαφέρουν από αυτούς που ο Πλάτων αποκαλεί αγύρτες και μάντεις. Ο Πλάτων τους θεωρούσε ένα είδος τσαρλατάνων που ζητούσαν από ιδιώτες αλλά και πόλεις να τους αναθέσουν "λύσεις και καθαρμούς αδικημάτων" με ιερουργίες βασισμένες στο τυπικό των ιερών βιβλίων τους. Για ν' αποσπούν περισσότερα χρήματα έλεγαν ότι μπορούσαν να επιτύχουν "λύσεις" από αδικήματα που είχαν διαπράξει οι πρόγονοι των πιστών. Οι ιερείς που αναλάμβαναν τους καθαρμούς φοβέριζαν τον κόσμο ότι όποιος πεθάνει "ατέλεστος" θα βρίσκεται αιώνια βυθισμένος στη λάσπη, ενώ όσοι πεθάνουν "κεκαθαρμένοι" θα έχουν θέση στο πλευρό των Θεών. Ως ένα από τα αγαθά το οποίο θα απολάμβαναν στον Άδη οι "όσιοι" ή οι "ευ βεβιωκότες" είναι το διαρκές "συμπόσιον εστεφανωμένων" και η "αιώνια μέθη". 

Η Ορφική Θρησκεία περιλαμβάνει μια υπερβολική ηθικολογία. Η τήρηση ηθικών κανόνων που αφορούσαν την ανθρώπινη ζωή αποτελούσε σύμφωνα με τους Ορφικούς, το μοναδικό τρόπο με τον οποίο ο θνητός μπορεί να ταυτιστεί με το λατρευόμενο Θεό, ενώ η μη τήρησή τους ήταν ικανή να επιφέρει την θεία τιμωρία. 

Όπως όλοι οι θρησκευτικοί ζηλωτές, οι Ορφικοί πίστευαν ότι αυτοί και όχι άλλοι είχαν δίκιο. Μοιράζονταν την σύγχρονη αντίληψη ότι η τιμωρία αποτελούσε πληρωμή. Η τιμωρία καταδίωκε τον άνθρωπο για τα σφάλματα και τα φταιξίματά του και αν δεν έπεφτε πάνω στο φταίχτη σε αυτή τη ζωή, θα τον περίμενε στην άλλη. Έτσι η ιδέα της άλλης ζωής και του Κάτω Κόσμου γινόταν μία μοιραία διαδοχή. Ο Κάτω Κόσμος λοιπόν γινόταν τόπος τιμωρίας. Έτσι γεννήθηκε μια νέα αντίληψη, η οποία μοιραία είχε και μεγάλης διάρκειας συνέπειες : την πίστη σε έναν τόπο τιμωρίας. Την Κόλαση. 

Οι πρώτες θρησκευτικές θέσεις των Ορφικών της Αρχαίας Εποχής συνεχίστηκαν κατά τους Αυτοκρατορικούς Χρόνους που έπονται των Ελληνιστικών, διαμορφωμένοι σε ένα νέο θρησκευτικό κίνημα : των Νεο-ορφικών. 

Το νέο αυτό κίνημα έτεινε προς το μονοθεϊσμό, αφού έδωσε ανώτερη θέση σε ένα ΘΕΟ έναντι των άλλων. Ο Θεός αυτός άλλοτε είναι ο Ζευς, άλλοτε ο Ζευς - Διόνυσος - Ήλιος - Άδης και συνεχίστηκε και κατά την Ρωμαιοκρατία.


Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΟΡΦΙΣΜΟΥ.... 

Η μελέτη των Ορφικών Ύμνων και κειμένων από επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων, πέραν των φιλολόγων και ιστορικών, απέδειξε μια άλλη αξίας της παρακαταθήκης των Ορφικών: αυτή της επιστημονικής κατάρτισης των μυημένων στις γνώσεις των Ορφικών Μυστηρίων που επηρέασε και τους επιστήμονες της εποχής εκείνης (Προσωκρατικούς). 

Συγκεκριμένα μέσα στους Ορφικούς Ύμνους υπάρχουν αστρονομικές γνώσεις οι οποίες ανάγονται σε εποχές που η παρατήρηση της κίνησης των ουράνιων σωμάτων δεν θα μπορούσε να είναι τόσο ακριβής. Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι μέσα στους Ύμνους χρησιμοποιείται μία ορολογία τόσο ακριβής σε περιγραφές κίνησης των ουράνιων σωμάτων και παγκόσμιων νόμων. 


Παραδείγματα : 

Η Φύση, το στοιχείο του Κόσμου (Σύμπαντος) αναφέρεται με ακριβείς χαρακτηρισμούς: είναι πυρίπνους (Ύμνος 10, στ.26), δηλαδή είναι πύρινη η κατάστασή του. (Η θεωρία του Ηράκλειτου ότι "το Σύμπαν έσσεται αείποτε πυρ απτόμενον και αποσβεννύμενον" δηλώνει την επίδραση του Ορφισμού στο μεγάλο επιστήμονα). 

H Αφθαρσία και η Αιωνιότητα του Κόσμου δηλώνεται με τα επίθετα αδάμαστος, άφθιτος, ατελής, αϊδιος, παλαίφατος, αυτοπάτωρ. 


Η ετήσια και ημερήσια κίνηση του Ήλιου περιγράφεται στον Ύμνο του Ηλίου (8,11: "ρόμβου απειρεσίου δινεύμασιν οίμον ελαύνων" ), όπου φαίνεται ο Ήλιος να μεταβάλλει καθημερινά την απόκλισή του, επειδή κινείται πάνω στην εκλειπτική, διανύοντας ισοϋψείς καμπύλες έλικα. 

Η κίνηση της Σελήνης χαρακτηρίζεται ως "ελικοδρόμος" στον Ύμνο της Σελήνης (9,10: "ελικοδρόμε, πάνσοφε κούρη" ) Προκύπτει από αυτά ότι οι Ορφικοί πέτυχαν με τις απαραίτητες παρατηρήσεις να εξακριβώσουν ότι η Σελήνη δεν διανύει κάθε μήνα έναν κύκλο κλειστό και ότι το σύνολο των διατρεχόμενων εντός τους έτους τροχιών αποτελούν ελικοειδή γραμμή. 

Η Γη θεωρείται γεννήτωρ, τροφός και φθορεύς των όντων που ζουν πάνω της. Ονομάζεται ΜΗΤΕΡΑ των θνητών ανθρώπων, εφόσον από αυτήν γεννήθηκε το γένος των θνητών, αλλά και των αθανάτων: "εκ σέο δ' αθανάτων τε γένος θνητών τ' ελοχεύθη". Καλείται πανδώτειρα αφού δίνει τα πάντα, ακόμηκαιβιοθρέπτειρα αφού συντηρεί τη ζωή. 

Οι περιοχές της Γης χαρακτηρίζονται ψυχρές, έμπυροι και μεσηγύς, στις οποίες κατοικούν οι άνθρωποι προσαρμοσμένοι στις συνθήκες των περιοχών. Στον Ύμνο του Απόλλωνα (34,19) αναφέρεται: "κρίνεις βιοθρέμονα φύλα, αρμονίην κεράσας την παγκόσμιον ανδράσι μοίραν", δηλαδή "διαχωρίζεις τα φύλα που υπάρχουν εν ζωή, συνενώνοντας αρμονικά και σε παγκόσμια έκταση τη μοίρα των ανθρώπων". 

Σε ένα απόσπασμα που διασώθηκε από τον Πρόκλο (Εις Τίμαιον 38,7) αναφέρεται: "Ου μόνον οι μαθηματικοί λέγουσι περί του μη παν κλίμα προς ανθρώπων οίκησιν σύμμετρον (κατάλληλο) αλλά και ο Ορφεύς ουτωσί διορίζων". 

Οι Ορφικοί απεύθυναν τους λατρευτικούς τους ύμνους προς όλες τις δυνάμεις της Φύσης, αποδεχόμενοι πως αυτές υποτάσσονται στον Παγκόσμιο Νόμο που διέπει τα πάντα. "Καλέω ουράνιον Νόμον, αστροθέτην, σφραγίδα δικαίην πόντου τ' ειναλίου και γης". ("Καλώ τον ουράνιο νόμο που ταξιθέτησε τους αστέρες και που αυτός αποτελεί την ορθή και αρμόζουσα σφραγίδα της υγρής θάλασσας και γης" ). 

Ο παγκόσμιος νόμος εξασφαλίζει τη σταθερότητα της ύπαρξης στον κόσμο, αλλά και το αδιασάλευτο και ασταμάτητοτης λειτουργίας της Φύσης. "Φύσεως το βέβαιον ακλινές αστασίαστον αεί τηρούντα" (64,4). 

Μέσα στους Ορφικούς Ύμνους περιγράφονται τα ουράνια σώματα με τις ιδιότητες, τις κινήσεις και τις θέσεις τους. Με κριτήρια αυτές τις περιγραφές είναι δυνατόν να χρονολογηθεί η συγγραφή των Ύμνων με μεγάλη ακρίβεια. 

Παράλληλα με την αστρονομία την οποίαν γνώριζαν με επιστημονικό τρόπο οι Ορφικοί, καλλιεργούσαν και την αστρολογία. Στους στίχους του Ύμνου των Άστρων (7,6) διαβάζουμε: "εμοιρίδιοι πάσης μοίρης σημάντορες όντες, θνητών ανθρώπων θείην διέποντες ατραπόν" ("οι αστέρες ορίζουν το πεπρωμένο, σημαίνοντας τη μοίρα και ρυθμίζοντας τη ζωή των ανθρώπων" ). 

Στα Αργοναυτικά (208) αναφαίρεται ο Αγκαίος που "δίδετο γαρ τ' εόντα, τα τ' εσσόμενα ανθρώποισιν", δηλαδή αυτός που επιδιδόταν στην παρατήρηση των τροχιών των αστέρων και των κινήσεων των πλανητών, διότι "αναζητούσε τα παρόντα και τα μέλλοντα να συμβούν στους ανθρώπους". Συνεπώς, ο Αγκαίος ήταν αστρολόγος - αστρονόμος. 

Οι αστρονομικές παρατηρήσεις τους βοηθούσαν με οδηγίες τους ανθρώπους, όπως ο Ησίοδος στα ΕΡΓΑ και ΗΜΕΡΕΣ. Απαγόρευαν την πλεύση των πλοίων όταν ο Ζευς βρισκόταν στον Υδροχόο και συνιστούσαν την τέλεση γάμων όταν διέτρεχε το ζώδιο των Ιχθύων. Συνεπώς, είναι βέβαιο ότι η αστρονομία όσο και η αστρολογία αναπτύχθηκαν από πολύ νωρίς στην Ελλάδα. 

Οι Έλληνες ανέκαθεν διέθεταν μια διεισδυτική - διαισθητική δύναμη που, σε συνδιασμό με την επιστημονική - φιλοσοφική σκέψη, αξίωσε το Ελληνικό Πνεύμα με το τίτλο του "Αξεπέραστου". 

Βέβαια η αστρολογία και τα ζώδια δεν έχουν να κάνουν με τον Χριστιανισμό, αφού δεν τα παραδέχεται καν, αλλά σαν συμπλήρωμα στην πρώτη καταχώρηση περί Ορφικών νομίζω ότι έπρεπε να αναφερθεί και αυτή η πλευρά, η επιστημονική.... 

Κάποια από τα στοιχεία που βρήκα είναι από μία μελέτη της ΜΑΡΩΣ ΚΙΟΥΛΑΦΑ περί Ορφισμού "αναζητώντας το θεό μέσα στις στάχτες των Τιτάνων" 

Εκεί αναφέρει το σχόλιο που έγραψα στην αρχή σαν εισαγωγή.... ότι στον Ελλαδικό χώρο στο τέλος της Αρχαϊκής περιόδου γύρω στον 6ο αι. π.Χ. γνώρισαν μεγάλη διάδοση οι μυστικές διδασκαλίες που έστρεφαν το θρησκευτικό ενδιαφέρον των πιστών τους στην μεταθανάτια ζωή και βεβαίως είχε αρκετούς οπαδούς κατά την Αρχαϊκή Περίοδο και αφού παράκμασε στους Κλασσικούς Χρόνους, αναζωογονήθηκε στο τέλος της Αρχαιότητας με τον Νεο-Ορφισμό. 

Οι μυστικές αυτές τάσεις παρακμάσανε κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. κυρίως για 3 λόγους... 


α) προηγείται η βαθιά ριζωμένη αγάπη των Ελλήνων για την εγκόσμια ζωή 

β) ο ξενόφερτος ασκητισμός 


γ) οι υπερβολές των λεγόμενων "ορφεοτελεστών" που έκαναν τους καλλιεργημένους ανθρώπους της εποχής να τους αποστρέφονται. 

Ανάφερα τον 6ο αι. πάνω σ' αυτό και φυσικά ότι γράφτηκε και έξτρα υλικό κατά την περίοδο αυτή στηριζόμενο στους Ορφικούς Ύμνους. Έπίσης τα αρχαιότερα μνημεία της ελληνικής φιλολογίας δεν αναφέρουν τον μύθο του Ορφέα, οπότε θεωρείται ότι ο μύθος "πλάστηκε" γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., μεταξύ 527 - 514 συγκεντρώθηκαν τα διάφορα κείμενα κατ' εντολή του Ίππαρχου, γιου του Πεισίστρατου. Δεν σημαίνει σαφώς ότι οι Ορφικοί Ύμνοι γράφτηκαν τότε.... είναι σαφώς παλαιότεροι - δεν έχω βρει όμως συγκεκριμένη χρονολογία γραφής...... Τα σωζόμενα αποσπάσματα ανήκουν περίπου σε 40 έργα, από τα οποία άλλα είναι κοσμογονικού και άλλα διδακτικού χαρακτήρα και άλλα είναι λειτουργικά κείμενα των "τελετών" ή εξορκισμοί των "καθαρμών". 


Τα "ειλατήρια" στα οποία είχε καταγραφεί το σύνολο ή μέρος των έργων αυτών, αποτελούσαν μία κινητή βιβλιοθήκη με την οποία εφοδιάζονταν οι ιερείς για να συγκινήσουν το θρησκευτικό συναίσθημα των θεοσεβούμενων και να πείσουν τους πιστούς "να προστρέξουν στις καλές υπηρεσίες τους προκειμένου ν' απαλλαγούν από το ατομικό ή συλλογικό μίασμα".... (κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ τελικά !!) 

Τα κείμενα των Ορφικών που έχουν διασωθεί είναι : 

1) Τα Αργοναυτικά που αποτελούνται από 1384 στίχους 

2) οι Ύμνοι δηλαδή οι 88 Ύμνοι της Ορφικής Λατρείας αποτελούμενοι από 1133 στίχους 

3) τα Λιθικά αποτελούμενα από 788 στίχους μέσα στους οποίους ο Ορφέας διδάσκει τον Θεοδάματα για την χρησιμότητα και τη μυητική αξία 20 πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων. 

4) τα Αποσπάσματα και τα Ανέκδοτα που είναι α) περικοπές χαμένων Ορφικών κειμένων που διασώζονται σε έργα άλλων Ελλήνων και β) επιγραφές στις οποίες αναφέρονται πληροφορίες σχετικς με τον Ορφέα και τον Ορφισμό. 

Επίσης να προσθέσω ότι στο περιβάλλον του Πεισίστρατου αναφέρεται και ο "Ορφεύς ο Κροτωνιάτης", συγγραφέας ορφικών κειμένων, ο οποίος συνδέεται με τον Ονομάκριτο. Τα "απόκρυφα" αυτά έργα δεν επηρέασαν φυσικά καθόλου τους εφυείς και δεν λήφθηκαν σοβαρά από τους συγγραφείς της Κλασσικής Εποχής. Το περιεχόμενο αυτών όμως θα μας ήταν τελείως άγνωστο αν δεν είχαν χρησιμοποιειθεί ευρέως από τους Νεοπλατωνικούς του 4ου και 5ου μ.Χ. αιώνα ή στα ερμηνευτικά σχόλια τους έργου του Πλάτωνα που έχουν τάσεις μυστικισμού.

Η ΟΡΦΙΚΗ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

Οι Θεοί εμφανίζονται όταν το σύμπαν αρχίζει να απαλλάσσεται από τη σύγχυση και τις αντενέργειες των πρώτων στοιχείων. 

Κατά τις ορφικές αντιλήψεις, από το κοσμικό ωόν γεννήθηκε απευθείας ο Φάνης Έρως, πρώτος θεός και δημιουργός, πρώτος βασιλιάς του σύμπαντος και του κόσμου. 

Ο Φάνης ήταν ο πρώτος γεννημένος θεός. Το περίεργο είναι ότι αναφέρεται σαν Πρωτόγονος και σαν Ηρικεπαίος (είναι προσωποποίηση, το όνομα δηλώνεται ως άρρεν και ως θήλυ). Επίσης σαν Μήτις (προσωποποίηση της θείας σοφίας). 

Ο Ησίοδος λέειότι ο Ζευς την πήρε σύζυγο και μετά την κατάπιε. Η εξουσία μεταβιβάζεται από τον Φάνητα στον Δία αμέσως ή μέσα από μιά γενεαλογία, η οποία ξεκινά από τον Φάνητα και προχωρεί ως τον Ουρανό και τον Κρόνο, όπως λέει ο Ησίοδος. 

Στην αρχή της κοσμογονίας στέκεται μία νέα αρχή : "ο Χρόνος ποτέ δεν γερνά". Ύστερα από αυτόν έρχεται το Χάος και ο Αιθέρας. 

Ο Χρόνος έφτιαξε μέσα στον Αιθέρα ένα ασημένιο αυγό. Από το αυγό αυτό βγήκε πρώτος ο θεός Φάνης, ο μορφοποιητής του κόσμου. 
Ο Αριστοφάνης τον αποκαλεί Έρωτα, ενώ αλλού τον αποκαλούν Ηρικεπαίο. 

Ο Αριστοφάνης στις Όρνιθες (414 π.Χ.) έχει το χορό να μιλάει για την εποχή, όταν η Γη, ο Αέρας και ο Ουρανός δεν υπήρχαν ακόμη και υπήρχε μόνο το Χάος, η Νύχτα και το μαύρο Έρεβος : 

"Στην αρχή των πραγμάτων, η μελανόπτερη
Νύχτα στην αγκαλιά τη μαύρη
και βαριά του Ερέβους γέννησε
το πρώτο αυγό αερογέννητο,
και καθώς περνούσε ο καιρός,
πετάχτηκε ο Έρως, λάμποντας με χρυσά φτερά,
στροβιλιζόμενος σαν τον άνεμο,
ο Έρωτας ο πολυπόθητος
και ο Έρωτας με το Χάος το φτερωτό σμίγοντας
στα Τάρταρα γέννησε τη γενιά μας
και την έβγαλε στο φως το απαστράπτον." 

Αυτός είναι καθαρός Ορφισμός. 

Ο Δαμάσκιος, στο έργο του "Περί των Πρώτων Αρχών" αποδίδει το αυγό αυτό στον Ορφέα, επειδή ο Ορφέας είπε "Έπειτα γέννησε ο μεγάλος Χρόνος στον ιερό Αιθέρα ένα ακτινοβόλο αργυρό αυγό". 

Ο Κλήμης της Ρώμης στις "Ομιλίες" του αντιπαραθέτει την κοσμογονία του Ησίοδου με αυτήν του Ορφέα : 
"Ο Ορφέας παρομοίαζε το Χάος με αυγό, όπου υπήρχαν αναμιγμένα τα πρώτα στοιχεία. Ο Ησίοδος εκλαμβάνει αυτό το Χάος ως ένα υπόστρωμα, αυτό το οποίο ο Ορφέας αποκαλεί αυγό, μιά γέννηση που προήλθε από την άμορφη ύλη...." 

Το κύριο ουσιαστικό δόγμα είναι το κοσμικό αυγό, από το οποίο ξεπήδησε ο πρώτος Θεός, πηγή και δημιουργία των πάντων, ο Έρως. Είναι η αρχή της ζωής. Είναι ο γεννημένος από το αυγό, γεννημένος από τον Αιθέρα, ο Πρωτόγονος του Ορφικού Ύμνου : 

"Έχοντας περιπλανηθεί με φτερουγίσματα
σε όλο το κόσμο λαμπρό φέρνοντας φως αγνό,
για τούτο Φάνητα σε ονομάζω και Πρίαπο,
άρχοντακαι Λάμπροντα με τα ζωηρά μάτια." 


Ο Πρόκλος, που είναι μία από τις κυριότερες πηγές των ορφικών θεωρήσεων, λέει ότι κατά τη βασιλεία του Φάνητος, ζούσε το Χρυσό Γένος, ενώ αντίθετα προς το τρίτο γένος, το Τιτανικό, που εμφανίστηκε κατά τη βασιλεία του Δία και αντιπροσωπεύει την κυριαρχία της πολλαπλότητας και της σύγχισης, την οποία κυρίως συμβολίζει ο διαμελισμός του Διόνυσου


O Ορφέας

O Ορφέας

Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ορφέας γεννήθηκε στην περιοχή της Θράκης και καταγόταν κατά απ' τους Κίκονες ενώ σύμφωνα με την ιστορία από τους Οδρύσες Θράκες. Ήταν του Οιάγρου βασιλιά της Θράκης και της Μούσας Καλλιόπης. Γεννήθηκε σε μια σπηλιά όρος Ελικών στα Λείβηθρα στην Πίμπλεια της Πιερίας και από νήπιο ακόμα έδειξε την αγάπη του και την κλίση του στην μουσική.
Αδελφός του ήταν ο τραγουδιστής Λίνος που δίδαξε τον Ηρακλή τραγούδι και μουσική (κατά την μυθολογία, ο νεαρός Ηρακλής θύμωσε κάποτε με τον Λίνο και τον σκότωσε άθελά του χτυπώντας τον πολύ στο κεφάλι με την λύρα του).



Ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας του δίδαξε την μουσική και του χάρισε την λύρα του. Ο Ορφέας έπαιζε τόσο αρμονικά τη λύρα και τραγουδούσε τόσο γλυκά, που λένε ότι και τα αγρίμια ακόμη του δάσους μαζεύονταν γύρω του για να τον ακούσουν. Ακόμα και τα δένδρα και οι βράχοι μετακινούνται για να έρθουν να ακούσουν τη μουσική του.

Το όνομα Ορφέας δεν συναντάται ούτε στον Όμηρο ούτε στον Ησίοδο, αλλά ήταν γνωστό την εποχή του Ιβυκού (περ. 530 π.Χ.). Ο Πίνδαρος (522-442 π.Χ) αναφέρεται σ’ αυτόν ως "ο πατέρας των τραγουδιών".

Ο Ορφέας πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία με τον Ιάσονα και τους άλλους μυθικούς ήρωες. Με τη μουσική της λύρας του κοίμησε το δράκο που φύλαγε το χρυσόμαλο δέρας και έτσι μπόρεσε να το κλέψει ο Ιάσονας. Στον δρόμο της επιστροφής, γλίτωσε τους Αργοναύτες από τις Σειρήνες και την παγίδα τους παίζοντας τόσο δυνατά και αρμονικά που ξεπέρασε σε ομορφιά, δύναμη και μαγεία το τραγούδι των Σειρήνων.

Πολύ νέος ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου σπούδασε τη θεολογία και τη φιλοσοφία. Αιγύπτιοι ιερείς, πολλά χρόνια αργότερα, πληροφόρησαν τον Πλάτωνα ότι ο Ορφέας είχε περάσει από τα σχολεία τους όπως ο Λυκούργος και ο Σόλωνας.

Αυτή η μυθική προσωπικότητα έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη θρησκευτική ζωή των αρχαίων προγόνων μας γιατί όπως μας λέει ο Απολλόδωρος, ο αρχαίος ιστορικός και μυθογράφος, ο Ορφέας είναι αυτός που καθιέρωσε τα Μυστήρια του Διόνυσου. "Εύρε δε Ορφεύς και τα Διονυσίου Μυστήρια, και τέθαπται περί την Πιερίαν, διασπασθείς υπό των Μαινάδων".

Επίσης παροιμιώδης έμεινε ο έρωτας του για την Ευρυδίκη. Η Ευρυδίκη, η αγαπημένη σύζυγος του Ορφέα, μια μέρα που έτυχε να ξεφύγει από την ερωτική καταδίωξη του βοσκού Αρισταίου, τσιμπήθηκε από ένα φίδι που ήταν κρυμμένο στα χόρτα. Το τσίμπημα ήταν θανατηφόρο. 
Ο Ορφέας μη μπορώντας να απαλύνει τον πόνο του αποφάσισε να κατέβει στον Άδη να την αναζητήσει. Ο Πλούτωνας δέχτηκε να του την επιστρέψει με έναν όρο, να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ανεβούν στην επιφάνεια της γης. Ο Ορφέας δεν κρατήθηκε όμως, και λίγο πριν φτάσουν στη γη του φωτός γυρίζει γρήγορα να δει αν τον ακολουθούσε και τότε αυτή χάθηκε για πάντα από τα μάτια του. Η ιστορία με αυτή τη μορφή ανήκει στην εποχή του Βιργιλίου, ο οποίος πρώτος εισάγει το όνομα του Αρισταίου. Και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, ωστόσο, μιλούν για την επίσκεψη του Ορφέα στον κάτω κόσμο. 
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα οι καταχθόνιοι θεοί του "παρουσίασαν μία εμφάνιση" της Ευρυδίκης. Ο Οβίδιος λέει πως ο θάνατος της Ευρυδίκης δεν προκλήθηκε από την δραπέτευσή της από τον Αρισταίο αλλά από τον χορό της με τις Ναϊάδες τη μέρα του γάμου της.
Σύμφωνα με μία περίληψη της Ύστερης Αρχαιότητας ενός χαμένου έργου του Αισχύλου, ο Ορφέας στο τέλος της ζωής του περιφρόνησε την λατρεία όλων των θεών εκτός από του ήλιου, τον οποίο αποκαλούσε Απόλλωνα. Ένα πρωινό ανέβηκε το όρος Παγγαίον (όπου ο Διόνυσος είχε ένα μαντείο) για να χαιρετήσει τον θεό κατά την ανατολή, αλλά σκοτώθηκε από Θρακικές Μαινάδες επειδή δεν τιμούσε τον πρώην προστάτη του, τον Διόνυσο. Είναι σημαντικό πως ο θάνατός του είναι ανάλογος με το θάνατο του Διονύσου.
Ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις XI) επίσης αφηγείται πως οι Θρακικές Μαινάδες, ακόλουθοι του Διονύσου, περιφρονημένες από τον Ορφέα, αρχικά του έριξαν ραβδιά και πέτρες ενώ έπαιζε, αλλά η μουσική του ήταν τόσο όμορφη που ακόμα και οι πέτρες και τα κλαδιά αρνιόντουσαν να τον χτυπήσουν. Εξαγριωμένες, οι Μαινάδες τον έσκισαν σε κομμάτια κατά τη φρενίτιδα των Βακχικών τους οργίων. 

Ο διαμελισμός του Ορφέα, από τις Μαινάδες και ειδικότερα του ταξίδι του κεφαλιού του διαμέσου των υδάτων στη Λέσβο δημιουργούν μια ιερή γεωγραφία, γιατί βλέπουμε ότι εκεί δημιουργείται ένα ιερό και το κεφάλι συνεχίζει να δίνει χρησμούς για αρκετό καιρό. 

Μία άλλη παράδοση μας λέει ότι τον Ορφέα κατακεραύνωσε ο Δίας επειδή αποκάλυπτε τα ιερά μυστικά στους ανθρώπους.

Η συνολική θεώρηση των Ορφικών αποδεικνύει πως ο Ορφέας ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο και όχι απλά το αποκύημα της φαντασίας ορισμένων.

Ο Ορφέας είναι ιδρυτής μιας θρησκείας που στη συνέχεια ίδρυσε τα Ορφικά Μυστήρια. Συνδέεται άμεσα με τον Απόλλωνα και αυτό δείχνει τον Ηλιακό χαρακτήρα του Θεού. Βλέπουμε τον Ορφέα να συμβολίζει τον Ήλιο, ο οποίος όταν είναι στον ουρανό γίνεται ζωοδότης για όλα τα όντα. Η σύζυγός του Ευρυδίκη, που το όνομά της ήταν ένα από τα ονόματα που δίνουν στην Αυγή, επιβεβαιώνει την Ηλιακή προέλευση του Μύθου. Η κάθοδος στον Άδη συμβολίζει την νυχτερινή πορεία του Ήλιου που σ' αυτό το μύθο φαίνεται σαν την αναζήτηση της αγαπημένης του Ευρυδίκης (Αυγή) που όταν βγαίνει ο Ήλιος αυτή χάνεται. Το ότι ο Ορφέας μπορούσε να ανεβαίνει και να κατεβαίνει στον Άδη, χωρίς τρομερές μάχες και εμπόδια, μας δηλώνει ότι ήταν μυημένος σε μεγάλα μυστήρια και ότι μπορούσε να κυριαρχεί στον θάνατο. Η δύναμη που είχε το παίξιμο της λύρας του μας δηλώνει την αρμονία που μπορεί να εκδηλωθεί με τη μουσική και πώς αυτή μπορεί να επηρεάζει όλα τα Όντα. 
Ο Ορφέας ήταν μία από τις πιο σημαντικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Σ' αυτόν ο μύθος αποδίδει τη μεταρρύθμιση των Ελευσινίων Μυστηρίων, την επιπρόσθεση της λατρείας του Διονύσου στο αρχαίο τελετουργικό. Σε ολόκληρη την ιστορία του εμφανίζεται αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στις υψηλές σφαίρες του Πνεύματος και στις σφαίρες της ύλης, ανάμεσα στον Απόλλωνα και το Διόνυσο. Αντιπροσωπευτική μορφή του ήρωα, σημαίνει ότι έχει κάποια υπεράνθρωπη διάσταση. Τραγουδάει πάνω απ' όλα τη ζωή και το νόημά της. 

Σ' ένα απόσπασμα που διασώθηκε από τον Πρόκλο (Εις Τίμαιον 38,7) αναφέρεται: "Ου μόνον οι μαθηματικοί λέγουσι περί του μη παν κλίμα προς ανθρώπων οίκησιν σύμμετρον (κατάλληλο) αλλά και ο Ορφεύς ουτωσί διορίζων".

Η Ορφική θεολογία κυριάρχισε για αιώνες στον Ελληνικό χώρο και άσκησε τεράστια επίδραση «Άπασα γαρ παρ’ Έλλησι θεολογία της Ορφικής εστί μυσταγωγία έκγονος» όπως λέει ο Πρόκλος.


Ο Ορφέας και τα Ορφικά Μυστήρια

Ο πρώτος που ίδρυσε και εισήγαγε τα Μυστήρια στην Ελλάδα θεωρείται ο ιερός Ορφέας όπως πολλοί μας μαρτυρούν.
«Πρῶτος Ὀρφεύς Μυστήρια θεῶν παρέδωκεν, ὄθεν καί θρησκεία τά Μυστήρια καλεῖται ἀπό τοῦ Θρακός Ὀρφέως». 
Ο Αριστοφάνης αναφέρει στους Βατράχους «Ὀρφεύς μέν γάρ τελετάς δ’ ἡμῖν κατέδειξε φόνον τ’ ἀπέχεσθαι». 
Ο Παυσανίας επίσης (ΙΧ 30) αναφέρει «Ὀρφεύς επί μέγα ἦλθεν ἰσχύος οἷα πιστευόμενος εὑρηκέναι τελετάς θεῶν καί ἔργων ἀνοσίων καθαρμούς, νόσων τε ἰάματα καί τροπάς μηνυμάτων θείων». 
Ο Δαμάχης στην ανθολογία του λέει για τον Ορφέα «Ὃς ποτε καί τελετάς μυστηρίδας εὕρετο Βάκχου».



Ο Ευριπίδης (Ρήσος) λέει «Μυστηρίων τε τῶν ἀπορρήτων φάνας ἔδειξεν Ὀρφεύς».
Ο Αθηναγόρας αναφέρει «Ὀρφεύς τά ὀνόματα τῶν θεῶν πρῶτος ἐξεῦρε καί τάς γενέσεις διεξῆλθε, ὡς καί ὅσα ἕκαστος πέπρακται εἶπε• καί πεπίστευται παρ’ αυτοῖς ἀληθέστερον θεολογεῖν, ᾧ καί Ὅμηρος τά πολλά καί περί τῶν θεῶν μάλιστα ἕπεται...». 
Στην πραγματικότητα από την εποχή των Πελασγών ήδη στον Ελληνικό χώρο λειτουργούσαν τα Καβείρια Μυστήρια, όπως ο Στράβων αναφέρει (Χ 473) «μάλιστα μέν οὖν ἐν Ἴμβρῳ καί Λήμνῳ τούς Καβείρους τιμᾶσθαι συμβέβηκεν». Τα Μυστήρια αυτά παρελήφθησαν από τους Πελασγούς, όπως βεβαιώνει ο Ηρόδοτος (11.51) λέγοντας «ὅστις δέ τά Καβείρων ὄργια μεμύηται, τά Σαμοθρήικες ἐπιτελέουσι παραλαβόντες παρά Πελασγών, οὗτος ἀνήρ οἶδε τί λέγω• τήν Σαμοθρηίκην οἴκεον πρότερον Πελασγοί οὗτοι, οἳ περ Ἀθηναίοισι σύνοικοι ἐγένετο, καί παρά τούτων Σαμοθρήικες τά ὄργια παραλαμβάνουσι».
Ο Αριστείδης επίσης λέει «Κάβειροι δαίμονες περί τήν Ρέαν οἰκοῦντες τήν Σαμοθράκην».
Και ο Στράβων προσθέτει (Χ 471-472) «καί τινα τῶν ὀνομάτων, ἄ τούς προπόλους καί χορευτάς και Θεραπευτάς τῶν ἱερῶν ἐκάλουν Καβείρους καί Κορύβαντας καί Πάνας καί Σατύρους καί Τιτύρους, τούς Κορύβαντας τούς αὐτούς τοῖς Καβείροις ὄντας».
Ο Ορφέας όμως στηριζόμενος στους Κάβειρους συστηματοποίησε την αρχαιότατη θρησκεία των Πελασγών, και την κατέγραψε συνθέτοντας Κοσμογονία και Θεογονία.
Γιατί μας λέγετε για τον Ορφέα ότι αυτός εφεύρε τα γράμματα, όπως το αναφέρει ο Αλκιδάμας λέγων «Γράμματα πρῶτον Ὀρφεύς ἐξήνεγκε παρά Μουσῶν μαθών, ὡς καί τά ἐπί τῷ μνήματι αὐτοῦ δηλοῖ επιγράμματα• Μουσάων πρόπολον τῇ δ’ Ὀρφέα θρῆκες ἔθικον, ὅν κτάνεν ὑψιμέδων Ζεύς ψολόεντι βέλει, Οἰάγρου φίλον υἱόν, ὅς Ἡρακλῆ ἐξεδίδαξεν, εὑρών ἀνθρώποις γράμματα καί σοφίαν». (Τα γράμματα πρώτος ο Ορφέας ανακάλυψε, αφού τα έμαθε από τις Μούσες, όπως δηλώνουν τα επιγράμματα επάνω στο μνήμα του• τον προφήτη των Μουσών Ορφέα εδώ έθαψαν οι Θράκες, τον οποίο εφόνευσε ο βασιλεύων στα ύψη Ζεύς με αιθαλώδες βέλος, τον αγαπητό υιό του Οιάγρου, ο οποίος εδίδαξε τον Ηρακλή και εφεύρε για τους ανθρώπους γράμματα και σοφία.)
Αλλά και ο Πρόκλος στον Τίμαιο του Πλάτωνα λέει «Ἅπασα γάρ ἡ παρ’ Ἕλλησι θεολογία τῆς ὀρφικής ἔστι μυσταγωγίας ἔκγονος• πρῶτον μέν Πυθαγόρου παρ’ Ἀγλαοφάμω τά περί θεῶν ὄρια διδαχθέντος, δεύτερον δέ Πλάτωνος ὑποδειξαμένου τήν παντελῆ περί τούτων ἐπιστήμην ἐκ τε τῶν πυθαγορείων καί τῶν Ὀρφικῶν γραμμάτων».
Και βεβαίως υπάρχει αμφισβήτηση για την γνησιότητα των αποδιδόμενων έργων στον Ορφέα, πλην όμως το πιθανότερο είναι αυτός ο ίδιος να μην έγραψε τα έργα αυτά, αλλά να διατύπωσε αυτά τα δόγματα. Όπως και ο Αριστοτέλης στο Περί ψυχής (1,5) αναφέρει, κατά την γνώμη του τα έπη που εμφανίζονται ως του Ορφέα δεν είναι μεν γνήσια, αλλά είναι τα δόγματα δικά του και ο Ονομάκριτος τα διατύπωσε αργότερα σε έπη.
Λογικό πάντως είναι να συμπεράνουμε, ότι αυτός έγραψε τουλάχιστον τυπικό μυήσεως στα Ορφικά Μυστήρια. Και πρώτα ίδρυσε τελεστήριο ο Ορφέας στα Λίβηθρα της Πιερίας χώρας, παρά τον Αλιάκμονα ποταμό, πλησίον της Μακεδονίας από εκεί ο Ορφισμός διαδόθηκε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως στην Μακεδονία, Βοιωτία, Ελικώνα, Θεσπιάς, Θήβα, Πελοπόννησο, Αίγινα, στην Μεγάλη Ελλάδα και στην Αίγυπτο.
Προς τα Ορφικά Μυστήρια φέρονται αναπόσπαστα συνδεδεμένοι, όπως και παραπάνω αναφέραμε, οι Κάβειροι και συνεπώς τα Καβείρια Μυστήρια, όπως αυτό αποδεικνύεται και από τα Ορφικά (Αργοναυτικά 27-29) όπου αναγράφεται «ἡδ’ ἀγλαά δῶρα Καβείρων• χρησμούς τ’ ἀρρήτους Νυκυός περί Βάκχου ἄνακτος• Λῆμνον τε ζαθέην ἡδ’ εἰναλίην Σαμοθράκην».
(και για τα λαμπρά δώρα των Καβείρων και για τους ανέκφραστους χρησμούς της Νύκτας περί του άνακτος Βάκχου• και για την ιερή Λήμνο και την θαλασσινή Σαμοθράκη).
Το ίδιο ισχύει επίσης και για τα Κρητικά Μυστήρια, στα οποία λατρεύονταν οι Κουρήτες, οι οποίοι ταυτίζονται με τους Κάβειρους, όπως αποδεικνύει ο ομώνυμος Ορφικός ύμνος σε θυμίαμα και λίβανον των Κουρήτων.
Από τα Ορφικά στην συνέχεια προήλθαν τα σπουδαιότατα Μυστήρια που λειτούργησαν στην Ελλάδα τα Ελευσίνια Μυστήρια όπως αναφέρεται στα Ορφικά «Σώζεται εἰς αὐτούς ὁλόκληρος ἡ διδασκαλία τοῦ λόγου, ἐκ τῶν ἀρχαίων θεολόγων Μουσαίου καί Λίνου καί μάλιστα ἐκ τοῦ διδάξαντος τάς Τελετάς καί τά Μυστήρια, τόν Ορφέα».
Τα κυριότερα στην Μυστήρια που λειτούργησαν Ελλάδα ήταν τα Καβείρια, τα Κρητικά, τα Ορφικά, των Λυκομηδών, τα Ελευσίνια και τα Αιγυπτιακά αυτά δηλαδή της Ίσιδος και του Οσίριδος.
Εν τούτοις παρά το πλήθος των Μυστηρίων, όλα αυτά είχαν τις ίδιες αρχές και τους ίδιους σκοπούς, μόνο διαφορετικά ονόματα στους διάφορους τόπους, σημαντικές ήταν και οι μεταξύ τους επιδράσεις.
Από όσα μέχρι σ’ εμάς διεσώθησαν, συμπεραίνεται ότι στα Μυστήρια, διδάσκονταν κατά τρόπο συμβολικό και αλληγορικό η Κοσμογονία, η Θεογονία, η Πίστη στο Θείο, θεωρούμενο ως Παγκόσμιο Καθολικό Απρόσωπο Λόγο, η σύσταση και η αθανασία της ψυχής, η σημασία της Ζωής και του Θανάτου, η τύχη της ψυχής μετά θάνατόν, ο σκοπός της στον κόσμο παρουσίας του ανθρώπου και η λύτρωση από τον νόμο του θανάτου και η Θεουργία.
Όλα αυτά τα στήριζαν στην μελέτη της Φύσης και των Νόμων της.


Οι Ορφικοί Φιλόσοφοι και η Μετενσάρκωση

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν κι άλλες ομάδες στοχαστών, φιλόσοφων και θεολόγων εκτός από τους Πυθαγόρειους. Μια από τις σημαντικότερες, και πιο παράτολμες, ήταν οι Ορφικοί φιλόσοφοι, οι οποίοι επηρέασαν στο μέγιστο τις περισσότερες σημερινές μονοθεϊστικές θρησκείες. 
Οι Ορφικοί τόλμησαν ένα γενναίο και ριζοσπαστικό βήμα για την εποχή τους. Πίστεψαν ότι, όχι μόνο είναι δυνατή η επιστροφή του νεκρού στον επίγειο κόσμο (μετενσάρκωση), αλλά ότι μπορεί κάποιος να βγει από τον αιώνιο κύκλο των συνεχόμενων μετενσαρκώσεων. Στην Ολβία του Ε. Πόντου, ανακαλύφθηκαν οστέινες πλάκες, του 5ου πχ αιώνα, με τη συμβολικό σύνθημα: ΒΙΟΣ - ΘΑΝΑΤΟΣ - ΒΙΟΣ 

Οι ορφικοί υπήρξαν πρόδρομοι της φιλοσοφικής σκέψεις, και από τον 5ο αιώνα πΧ έχουμε γραπτά κείμενα που αποδίδονταν στον Ορφέα. Οι Ορφικές δοξασίες λέγονταν Ιεροί Λόγοι. Αυτή είναι και μια σημαντική τους διάφορα με τους Πυθαγόρειους, οι οποίοι δε προτιμούσαν το γραπτό λόγο. Οι δοξασίες αυτές σώζονται μέχρι σήμερα μέσα από τα έργα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ηροδότου, καθώς και κάποιων Πλατωνικών φιλόσοφων όπως το Πλωτίνο, το Πορφύριο, το Δαμάσκιο αλλά και Χριστιανών συγγραφέων όπως ο Αθηναγόρας και ο Κλήμης. Αυθεντικά κείμενα Ορφικών ανακαλύπτονται συνέχεια (οστέινες πλάκες, ταφικοί πάπυροι) από τον Ε. Πόντο μέχρι και την νότια Ιταλία και τη Κρήτη.
Υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τους Πυθαγόρειους και αν και δε ταυτίζονται, δανείζονται πολλά στοιχεία οι μεν από τους δε.

ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΟΡΦΙΚΩΝ 
Οι Ορφικοί δίδασκαν ότι το σώμα είναι μια φυλακή της ψυχής, όπου η ψυχή εκεί μέσα, φυλάγεται, (σώζεται, κι απ εκεί η λέξη σώμα) έως ότου να εκτίσει τη ποινή της. Έλεγαν οτι με διάφορες ιεροτελεστίες μπορούσαν να εξαγνίσουν τους ανθρώπους και τη πόλη (αφού η πόλη είναι μια μεγέθυνση του ανθρώπου) από τα κρίματά τους (Πλάτωνας-Πολιτεια). Ποτέ δεν έτρωγαν ή θυσίαζαν ζώα, αντίθετα δίδασκαν τους ανθρώπους να αποφεύγουν κάθε αιματοχυσία (Αριστοφάνης - Βάτραχοι / Πλάτωνας - Νόμοι). Το 5ο αιώνα πΧ. πολλοί θίασοι, όπως έλεγαν τις ομάδες των Ορφικών, γύριζαν όλη τη λεκάνη της Μεσογείου και μιλάγανε για την αθανασία της ψυχής και για την επαναγέννηση, έτσι που η λέξη Ορφικός έγινε συνώνυμο της μετενσάρκωσης. 

ΟΙ 3 ΔΟΞΑΣΙΕΣ ΠΙΣΤΗΣ 
Η πρώτη και πιο σημαντική δοξασία είναι ο διαχωρισμός της ψυχής από το σώμα σαν μια ξεχωριστή οντότητα. Μέχρι τότε οι Έλληνες πίστευαν ότι η ψυχή είναι ένα πιστό αλλά αύλο αντίγραφο του σώματος, που εγκαταλείπει το νεκρό τη στιγμή του θανάτου για να οδηγηθεί στο Βασίλειο του Άδη, κάτι που πίστευαν και οι Αιγύπτιοι και πέρασε και σε μας. Οι Ορφικοί όμως είπαν ότι η ψυχή είναι αυτό που υποκινεί τον άνθρωπο, η αρχή όλων, άρα το σώμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας τάφος ή μια φυλακή της ψυχής. Η ψυχή είναι ο πραγματικός άνθρωπος. 
Αυτή είναι στην ουσία και η δεύτερη δοξασία που ερμηνεύει το σώμα ως σήμα, ως ταφικο μνημείο δηλαδή, αλλά και ως σημείων, σημάδι δηλαδή ότι η ψυχή κινείτε. Αυτό σημαίνει ότι επειδή η ψυχή, λόγω του νόμου της Ανάγκης (νόμοι της φθοράς, του πόνου, της θλίψης, της δυστυχίας, της πείνας), πρέπει αναγκαστικά να βρίσκετε σε σώμα, το σώμα αυτό, αν και φυλακή, σώζει τη ψυχή. 
Το γιατί και πως μας εξηγεί η τρίτη δοξασία που είναι η πίστη στη μετενσάρκωση. Αφού τελικά η ψυχή είναι ξεχωριστή από το σώμα και απλά σώζεται μεσώ αυτού, άρα κάθε φορά που πεθαίνουμε, η ψυχή ψάχνει ένα άλλο σώμα. Ποιος όμως νόμος όρισε το δέσιμο της ψυχής με το σώμα? Πίστευαν ότι αφού η ψυχή είναι θεϊκή και κάτι την αναγκάζει να δεθεί κάπου, αυτό πρέπει να είναι ένα είδος τιμωρίας για ένα προγενέστερο αμάρτημα της. Έτσι περνώντας από το σώμα, εκτός το ότι φυλακίζετε, λυτρώνετε κιόλας, εκτίει κάποια ποινή κι όταν αυτή λήξει, σταματάει και ο φαύλος κύκλος της επαναλαμβανόμενης μετενσάρκωσης. 

ΤΟ ΠΡΟΓΟΝΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ 
Συνεπώς ένα αμάρτημα είναι το αίτιο της μετενσάρκωσης του ανθρώπου. Οι Ορφικοί με το μύθο τους, του διαμελισμού του Διόνυσου από τους Τιτάνες μας εξηγούν ποιο ήταν αυτό. 
Σύμφωνα με τους Ορφικούς, για όλα ευθύνονται οι ανήθικοι προγονοί των ανθρώπων, οι Τιτάνες. Σύμφωνα μ αυτό το μύθο ο Διόνυσος, γιος του Δια και της Περσεφόνης (νόμιμη γυναίκα του Πλούτωνα) και τελευταίος κάτοχος του βασιλικού σκήπτρου, όταν ήταν ακόμα παιδί, προσεγγίστηκε από τους Τιτάνες, στα ανάκτορα της Κρήτης. Στο μικρό Διόνυσο πρόσφεραν δώρα, μεταξύ αυτών και έναν καθρέφτη. Τη στιγμή που ο μικρός Διόνυσος κοίταζε το είδωλο του στο καθρέφτη, οι Τιτάνες του επιτέθηκαν και τον σκότωσαν για να πάρουν την εξουσία του. Για να μην αποκαλυφθεί το απαίσιο έγκλημα τους, διαμέλισαν το νεκρό σώμα και το έφαγαν. Στην Αθηνά, που πήρε μέρος κι αυτή, στην ανόσια αυτή πράξη, έτυχε η καρδιά. Αυτή όμως αποφάσισε να σώσει το τελευταίο μέλος και να μη το φαει. Πήγε και κατάδωσε στον Δια τους Τιτάνες. Ο Δίας εξοργισμένος κατακεραύνωσε τους Τιτάνες και από τη στάχτη τους, προσθέτοντας λίγο νερό, έφτιαξε την ανθρώπινη φυλή. Επειδή όμως οι Τιτάνες είχαν φαει τον Διόνυσο πέρασε μέσα τους το θεϊκό στοιχείο, και από αυτούς σε εμάς. Και γι αυτό οι άνθρωποι ξεχώρισαν από όλο το ζωικό βασίλειο. Είχαν πλέον μέσα τους θεϊκή φύση αλλά και ένα βαρύ αμάρτημα.. 

Αργότερα ο Διόνυσος αναστήθηκε από το κομμάτι που είχε φυλάξει η Αθηνά. 
Έτσι, όπως είπαμε και προηγουμένως, οι Ορφικοί πίστευαν ότι μπορούσε να εξαγνιστεί ο άνθρωπος από αυτή τη κατάρα και να σταματήσει επιτέλους αυτός ο φαύλος κύκλος της μετενσάρκωσης. 







ΜΟΥΣΙΚΗ


ΜΟΥΣΙΚΗ

Αν θέλετε να δείτε πότε καταρρέει μια κοινωνία, δείτε τι μουσική ακούει.

Με τον όρο Μουσική, όλοι κατανοούμε σε πρώτο επίπεδο, την Τέχνη του συνδυασμού ήχων με έναν ευχάριστο για το ανθρώπινο αυτί τρόπο. Τι σημαίνει όμως πραγματικά ο όρος Μουσική;

Η Μουσική είναι ένας αρχαίος Ελληνικός όρος που στις μέρες μας έχει αλλοιωθεί ολοκληρωτικά. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Μουσική, την τέχνη των Μουσών. Ο όρος σήμαινε αρχικά το τραγούδι και την οργανοπαιξία, την Ποίηση, το Μέλος και τον Χορό, ως αδιάσπαστη ενότητα, και στη συνέχεια αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα «πνευματική καλλιέργεια».

Σε όλες σχεδόν τις γνωστές καθομιλούμενες γλώσσες του κόσμου η Ελληνική λέξη Μουσική, περνάει αυτούσια σ’αυτές, πχ music, musica κ.α.

Στην Ελληνική γλώσσα η έννοια Μουσική ετυμολογικά προέρχεται από την έννοια Μούσα. Η έννοια Μούσα προέρχεται από την αρχαιοελληνική ρίζα «μω», η οποία σημαίνει «ερευνώ, ζητώ να μάθω σε βάθος». Κατά μερικούς άλλους, από τη ρίζα «μας» ή «μους» που σημαίνει «γενιά, παραγωγή, ανάπτυξη έξω από μια αρχή, μύηση».

Η Μουσική όπως την εννοούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, είναι η επιστήμη των αρμονικών σχέσεων του σύμπαντος που βασίζεται σε σταθερές αρχές που τίποτα δεν μπορεί να τις αλλάξει καθώς και η γνώση της τάξης όλων των πραγμάτων. Η Μουσική για τους αρχαίους δεν ήταν απλά η τέχνη του συνδυασμού τόνων ή το ταλέντο της αναπαραγωγής τους με έναν ευχάριστο για το ανθρώπινο αυτί τρόπο. Αυτή είναι μόνο η πρακτική της πλευρά από την οποία απορρέουν οι εφήμερες μορφές της Μουσικής σήμερα. Ήταν νόηση, διάνοια, πνευματική καλλιέργεια και γνώση.


«Οι Έλληνες δια του λόγου τραγουδούσαν και δια του τραγουδιού ομιλούσαν».


Η Μουσική είναι η επιστήμη που για να γίνει κατανοητή από την ανθρώπινη διάνοια χρησιμοποιεί στο εξωτερικό επίπεδο δύο βασικά δομικά στοιχεία, τον ήχο και το χρόνο, θεωρώντας το ένα σαν ύλη και το άλλο σαν ρυθμιστή της μορφής που την προσδιορίζει και ως τέχνη. Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα οι επιστήμες ήταν τρεις. Φιλοσοφία, Αστρονομία και Μουσική, και η υστάτη των επιστημών αυτών ήταν η Μουσική, όλες οι υπόλοιπες επιστήμες θεωρούνταν «τέχνες». Σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η μουσική θεωρείται «τέχνη» και οι υπόλοιπες «επιστήμες». Η έννοια Μούσα και Μουσική εκφράζανε έναν τρόπο ύπαρξης και ζωής. Έναν τρόπο αυτογνωσίας, αυτοπραγμάτωσης, βελτίωσης και εξέλιξης του ανθρώπου και της κοινωνίας γενικότερα. Σήμερα, ο όρος Μούσα χρησιμοποιείται συχνά για να δείξει ότι κάποια νέα εμπνέει κάποιον άνδρα. Οι Μούσες ήταν θυγατέρες του Δία-Ζευ (δηλαδή της αιώνιας ζώσης θείας πνευματικής οντότητας), και της Μνημοσύνης, δηλαδή της ιδιότητας διατήρησης τους στην μνήμη των ανθρώπων, άρα αιώνιες διαχρονικές αξίες. Συνεπώς μια μουσική είναι μουσική μόνο όταν έχει ως αποτέλεσμα την πνευματική καλλιέργεια, τον εξευγενισμό και τη διατήρηση στην μνήμη άρα την Α-λήθεια και χωρίς την ζεύξη με την πνευματικότητα και την διατήρηση στην μνήμη καμιά μουσική δεν υφίσταται. Οι Μούσες, συνόδευαν, συντρόφευαν και αναγνώριζαν σαν ηγέτη τους τον Θεό του φωτός και της Μουσικής, τον Απόλλωνα τον συμπαντικό γεννήτορα, (Απόλλων Μουσηγέτης). Ο Απόλλων ήταν επίσης και πατέρας του Ασκληπιού του Θεού της Ιατρικής, και από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε την σχέση που έχει η μουσική με την ιατρική. Δεν ήταν τυχαία η χρήση της μουσικής στις εγκοιμήσεις στα αρχαία ιερά, στα οποία δίδονταν μουσικές συνταγές για θεραπεία ψυχικών ασθενειών, πολύ πριν η σύγχρονη επιστήμη ξαναανακαλύψει την μέθοδο της μουσικοθεραπείας. Ο Πίνδαρος υμνεί τον Ασκληπιό, που θεραπεύει όλες τις ασθένειες με τραγούδια, ενώ ο Θεόφραστος χρησιμοποιούσε μελωδίες του Φρύγιου ήχου για να «επικουφίζει τα άλγη». Οι Μούσες ήταν θεότητες – προστάτιδες της πνευματικής δημιουργίας και αντιστοιχούσαν σε είδη δημιουργίας όλων των τεχνών που σχετίζονται με τη μουσική, την τέχνη, την ποίηση, το τραγούδι, το χορό, το θέατρο αλλά και την αστρονομία αφού η διάρθρωση του σύμπαντος είναι αρμονική.

Η Μουσική είναι τόσο παλιά όσο και η Γλώσσα. Ουσιαστικά εξελίχθηκε παράλληλα με τον άνθρωπο. Όμως ο έναρθρος λόγος, ποτέ δεν μπόρεσε να αποδώσει επακριβώς, στον κόσμο των τριών διαστάσεων που ζούμε, όλες τις αποχρώσεις των υποκειμενικών, προσωπικών, ανθρώπινων σκέψεων και συναισθημάτων. Για αυτό και ο άνθρωπος ανέπτυξε ένα άλλο μέσο για να εκδηλώνεται και να εκφράζεται: Τον Μουσικό Λόγο. Όπως η Γλώσσα χρησιμεύει για την έκφραση των παραστάσεων, των εννοιών, για την ονομασία των πραγμάτων και την επικοινωνία, έτσι και η Μουσική, αποδεικνύεται μία απαραίτητη ανάγκη της ζωής, διερμηνεύοντας την ανθρώπινη ύπαρξη σε περισσότερες από τρεις διαστάσεις και χρησιμεύει για την επικοινωνία με το Θείο ή το Θεϊκό.

Η Μουσική λοιπόν, το άλλο όνομα της «πνευματικής καλλιέργειας», δεν είναι απλά «γούστο» όπως πολλοί αδαής θέλουν να πιστεύουν στις μέρες μας. Δύο ακροατές με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, είναι δύσκολο να εξάγουν τα ίδια συναισθήματα ακούγοντας ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής. Το «γούστο» είναι ένας χαρακτηρισμός που μπορεί να εφαρμοστεί και να εμφανιστεί μόνο σε ίδιες μορφές πνευματικής καλλιέργειας ή πολιτιστικού επιπέδου, δηλαδή μόνο αν οι δύο ακροατές του παραδείγματος έχουν παρόμοια πνευματική καλλιέργεια, πολιτιστικό επίπεδο ή επίπεδο νόησης.

Η Μουσική δεν ανήκει στους «ειδικούς». Είναι πανανθρώπινη, παγκόσμια, διαχρονική πολιτισμική αξία και ανήκει σε όλους ανεξαρτήτου εθνικότητας και φρονημάτων. Δεν έχει εθνική ταυτότητα και σημαία. Γιατί δεν αναφέρουμε ποτέ την κλασσική μουσική ως Γερμανική ή ως Ιταλική αλλά ως «κλασσική». Γιατί, πώς θα λεγόταν η μουσική σε μπουζούκι που συνθέτει για παράδειγμα ένας Ολλανδός λάτρης του μπουζουκιού; Ελληνική ή Ολλανδική; Γιατί η Rock μουσική παιγμένη από Έλληνες να ονομάζεται Ελληνική Rock; 

Το ίδιο ισχύει για τα μεγάλα πνευματικά έργα, που μας χάρισαν οι πιο προικισμένοι από τους δημιουργούς αυτής της «Θεϊκής τέχνης». Δεν υπάρχουν «δικά μας» και «ξένα», δεν υπάρχουν «κοντινά» ή «μακρινά». Όλα ανήκουν στο σύνολο της ανθρωπότητας, στον κάθε ένα από εμάς, αποτελούν κληρονομιά μας. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αναπτύξει το μουσικό του αισθητήριο. Αρκεί να στρέψει το ενδιαφέρον του. Να εμπιστευτεί τις αισθήσεις του. Να αφιερώσει λίγες ώρες για να ακούσει, συγκεντρωμένος, ότι πιο όμορφο δημιούργησε ποτέ ο ανθρώπινος νους.! 



Όταν αλλάζουν οι νόμοι της μουσικής, αλλάζουν και οι νόμοι της πολιτείας.

(Πλάτωνας).



Θα δανειστώ μερικά λόγια του Λιαντίνη για να περιγράψω με λίγα λόγια το νόημα όσων θα ακολουθήσουν:

«Όταν είσαι μέσα στο μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο να έχεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.

Θέλεις να έχεις πιστή την εικόνα του νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λαβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β της Κύπρου. Και τα γένια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράχτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της τούρκισσας, και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο».



Τα τρία κύρια συστατικά στοιχεία της μουσικής, δηλαδή η μελωδία, η αρμονία, και ο ρυθμός, περνάνε και αυτά αυτούσια παγκοσμίως με τις Ελληνικές τους ονομασίες melody – harmony – rhythm. Ο Ρυθμός απευθύνεται στο υλικό σώμα του ανθρώπου ως κινητική ενέργεια. Η έννοια ρυθμός προέρχεται από το ρήμα «ρέω». Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαία η διάσπαση και η κατάρρευση των κοινωνιών, των οποίων έχει κλονιστεί ο συνεκτικός κρίκος της μουσικής, δηλαδή η διάσπαση της τάξης που υποβάλλει ο ρυθμός με την αρχέγονη αρχετυπική δύναμή του. Στις μέρες μας δεν μετασχηματίζεται απλώς η μουσική μας παράδοση, αλλά θίγεται άμεσα η καρδιά του μουσικού μας συστήματος (κλίμακες και ρυθμοί), αφού αλλοιώνεται η δομή του, άρα και η Ελληνική φιλοσοφία και αντίληψη περί της «υστάτης των επιστημών», της μουσικής.

Η έννοια Αρμονία για τους αρχαίους Έλληνες, σήμαινε γενικά την αρμογή, την σύνδεση, το ταίριασμα των μερών ενός δομημένου συνόλου όπως π.χ. των ουράνιων σωμάτων στο σύμπαν. Στη νεότερη μουσική ορολογία η λέξη αρμονία χαρακτηρίζει γενικά το σύνολο των κανόνων που διέπουν το ταυτόχρονο άκουσμα δύο ή περισσότερων φθόγγων, την συνήχηση ή αλλιώς τη συγχορδία.

Η Μελωδία για τους αρχαίους Έλληνες θεωρούνταν ακόμα πιο πρωταρχικό σημείο της μουσικής γιατί απευθύνεται στο ψυχικό μέρος της ανθρώπινης υπόστασης. Για τον Πυθαγόρα η μουσική ήταν πάνω απ΄όλα μια μαθηματική επιστήμη που η ουσία της ήταν ο αριθμός, και η ομορφιά της η έκφραση των αρμονικών σχέσεων των αριθμών. Κατά τους Πυθαγορείους, οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους και γύρω από τον Ήλιο, παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους «ουράνια μουσική», που δεν μπορεί να τους συλλάβει το ανθρώπινο αυτί. Το σύνολο αυτών των ήχων αποτελεί την «αρμονία των σφαιρών». Για τον Πυθαγόρα η μουσική ήταν η εικόνα της ουράνιας αρμονίας και για τον Πλάτωνα, η αστρονομία και η μουσική ήταν αδελφές επιστήμες. Σήμερα, αν ανατρέξει κανείς στα τελευταία δημοσιεύματα της ΝΑΣΑ ή της ΕΣΑ, για τον Ήλιο, με έκπληξη θα διαπιστώσει ότι η σύγχρονη επιστήμη έχει ανακαλύψει την «Ουράνια Μουσική» που παράγει ο Ήλιος κατά την κίνησή του, που είναι μάλιστα διαθέσιμη για τους χρήστες του διαδικτύου ώστε να ακούσουν πλέον αυτή την θεία Μουσική. Η λέξη «τραγούδι», όπως χρησιμοποιείται σήμερα, δεν έχει και πολύ σχέση με την αρχαία έννοια του όρου κατά την οποία «τραγουδέω - τραγουδώ» σημαίνει παριστάνω τραγωδία, δηλαδή τραγωδώ. Κατά τον Αριστοτέλη η τραγωδία συνδέεται με τους αοιδούς των διθυράμβων προς τιμή του Διονύσου. Πρόκειται για «Μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας», η οποία με «Οιδησμένο Λόγο» οδηγεί τον ακροατή – θεατή μέσω του «ελέους» και του «φόβου» στην «Κάθαρση». Η έννοια λοιπόν «τραγωδία», δεν συνδέεται κατά κανέναν τρόπο με την σημερινή έννοια του «τραγουδιού».

Πως έχουν όμως τα πράγματα στη χώρα μας σήμερα; Τι είναι αυτό που αποκαλούμε σήμερα Ελληνικό τραγούδι;

Είναι ένα ψευδεπίγραφο κατασκεύασμα που έχει να κάνει με την οικτρή κακοποίηση της Ελληνικής γλώσσας. Αποκαλούμε ορχήστρα συμφωνική, (λες και οι λοιπές είναι ασύμφωνες), αυτό το μουσικό σύνολο που μας ακινητοποιεί στην καρέκλα, όταν «όρχησις εστί χορός». Αποκαλούμε «έντεχνη μουσική» και «έντεχνο τραγούδι» σαν να λέμε πως το είδος αυτό είναι έντεχνο ενώ όλα τα άλλα άτεχνα. Οι δημιουργοί του όμως και οι ακροατές του χορεύουν αλλότριους χορούς. Να λοιπόν όταν η χυδαία αντιγραφή αποκτάει αυτοσυνείδηση και προχωράει προς την αυτοδιοίκησή της. Από την άλλη το λαϊκό λεγόμενο τραγούδι, βουτηγμένο στην κυριολεξία μέσα στην Αραβοτουρκική κολυμπήθρα και πρόσφατα και στην Αγγλοσαξονική, να βρίθει από χυδαίους στίχους και αλλότριους χορούς. Αλλά και οι ποιητές μας στην συντριπτική τους πλειοψηφία απαξιούν να γράφουν τραγούδια, όντες άμουσοι και άρρυθμοι, αποφεύγοντας στην ποίηση τους τον ρυθμό, το κατεξοχήν αυτό Ελληνικό στοιχείο, ο οποίος καθιστά τουλάχιστον την ποίηση δεκτική στην απαγγελία, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι όποιο ποίημα έχει ρυθμό κατ’ανάγκη είναι και καλό.

Η ανελλήνιστη όμως αυτή μουσικοχορευτική κατάσταση δεν έχει σταματημό ούτε τελειωμό: Η Ελλάδα είναι σήμερα η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, και από τις ελάχιστες στον κόσμο, που δεν έχει ακόμα καθιερώσει τα μαθήματα της μουσικής και του χορού στη δημόσια εκπαίδευση, όταν πριν από δύο χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον «αι των Ελλήνων πόλεις πρώτιστα και μάλιστα δια της μουσικής παιδεύουσιν τους νέους», όπως μας πληροφορεί ο Στράβων ο αρχαίος Έλληνας γεωγράφος. Γιατί άραγε οι αρχαίοι Έλληνες έστελναν τα παιδιά τους πρώτα στη μουσική και κατόπιν στα γράμματα; Όταν η Τουρκία διαθέτει Ανώτατη Ακαδημία Τουρκικής Μουσικής, η χώρα μας δεν διαθέτει τίποτα ανάλογο και συνεχίζει στην ίδια πολιτική αδιαφορώντας εγκληματικά το Ελληνικό κράτος.

Όσα μεγάλα πράγματα και αν κληρονομήσει κανείς, πεθαίνουν, εάν δεν τα περισώσει. Το ερώτημα είναι, εάν εμείς σήμερα θα αποτελέσουμε το παρελθόν του μέλλοντός μας. Χρονολογικά θα είμαστε παρελθόν μετά από 500 χρόνια. Δημιουργικά όμως δεν θα είμαστε, διότι είμαστε στείροι, επειδή μαϊμουδίζουμε, και μάλιστα μαϊμουδίζουμε αλλότριες παραδόσεις. Αλλά εάν ένας λαός στον κόσμο έχει λιγότερο την ανάγκη να αντιγράφει λόγω της τεράστιας ιστορίας και παράδοσής του και του ασύλληπτου πολιτισμού του, αυτός είναι ο Ελληνικός. Ποιές αξίες και ποιες ιδέες θα διδάξουμε και θα εμπιστευτούμε στα παιδιά μας; Που είναι σήμερα ο λαός που έχτιζε Παρθενώνες; Είναι ο ίδιος λαός που σήμερα βρίσκεται εδώ στην Ελλάδα;

Όπως άρχισα το δεύτερο αυτό μέρος της «Μουσικής», έτσι πάλι θα το κλείσω, με λίγα λόγια από το ΓΚΕΜΜΑ του Λιαντίνη:


«Έλληνας θα πει: δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι στον ουρανό. Έλληνας θα πει να τελείς στους νεκρούς τις χοές της Ηλέκτρας. Όχι κεριά στους νεκρόλακκους, και δηνάρια στο σακούλι του τουρκόπαπα. Έλληνα θα πει να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το «ΓΝΩΘΙ Σ’ΑΥΤΟΝ». Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες. Έλληνας θα πει να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: «ΣΤΑΘΙ ΚΑΙ ΟΙΚΤΙΡΟΝ». Σταμάτα , και δάκρυσε, γιατί δε ζω πια. Όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήματα: προσδοκώ ανάσταση νεκρών.


ΗΣΙΟΔΟΣ - ΘΕΟΓΟΝΙΑ




Ας αρχίσουμε το τραγούδι με τις Μούσες τις Ελικωνιάδες που κατέχουν τον Ελικώνα, το ιερό και μεγαλόπρεπο βουνό και χορεύουν με τ’απαλά τους πόδια, γυρ’ από την κρήνη με τους μενεξέδες και τον βωμό του μεγαλοδύναμου γυιού του Κρόνου, και σαν λούσουν τα τρυφερά κορμιά τους στον Περμησσό ή στην Ιπποκρήνη ή στον σεβαστό Ολμειό, στην πιο ψηλή κορφή του Ελικώνα, στήνουν χορούς μαγευτικούς, βάζοντας δύναμη στα πόδια τους. Κι από κει ξεπηδούν μεσ’ τη νύχτα, τυλιγμένες σε πυκνή ομίχλη και πηγαίνουν υμνώντας με πανέμορφη φωνή τον Δία τον Αιγίοχο, την Αργεία την Ήρα τη σεβαστή, τη χρυσοπέδιλη, και την κόρη του Αιγίοχου Δία, τη γλαυκομάτα Αθηνά, τον Φοίβο Απόλλωνα και την τοξεύτρα Άρτεμη, τον αφέντη της γης, τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα και τη σεμνή Θέμιδα, την παιχνιδοβλέφαρη Αφροδίτη και τη χρυσοστεφανωμένη Ήβη, την όμορφη Διώνη και τη Λητώ, τον Ιαπετό και τον δόλιο Κρόνο, την Ηώ και τον μέγα Ήλιο, τη λαμπρή Σελήνη και τη Γαία, τον Ωκεανό τον μέγα και τη μαύρη Νύχτα και την ιερή γενιά των αιώνιων άλλων αθανάτων. Αυτές δίδαξαν κάποτε στον Ησίοδο ένα όμορφο τραγούδι, καθώς έβοσκε τ’ αρνιά του κάτω απ’ τον ιερό Ελικώνα. Κι αυτά τα λόγια πρώτα μου αφηγήθηκαν οι Μούσες οι Ολύμπιες, οι κόρες του Δία του Αιγίοχου: «πως εμείς οι αγριοβοσκοί, οι ξεδιάντροποι, που είμαστε μόνο κοιλιές, ξέρουμε ψέμματα πολλά να λέμε που μοιάζουν με αλήθειες, αλλά ξέρουμε, αν το θέλουμε να λέμε και την αλήθεια». Έτσι μίλησαν οι κόρες του μεγάλου Δία με λόγια καθαρά και κόβοντας ένα κλαρί δάφνης, γεμάτο βλαστούς, μου τόδωσαν σκήπτρο. Και μου ενέπνευσαν τραγούδι θεσπέσιο για να τραγουδώ τα μελλούμενα και τα περασμένα και με πρόσταξαν να υμνώ την αιώνια γενιά των μακαρίων, πρώτα όμως ν’ αρχίζω και να τελειώνω το τραγούδι μου μ’ αυτές. Αλλά γιατί μιλάμε για πράγματα που δεν είναι Τόσο σημαντικά; Έλα, ας αρχίσουμε απ’ τις Μούσες που τέρπουν με τους ύμνους τους τη μεγάλη ψυχή του πατέρα Δία πάνω στον Όλυμπο, τραγουδώντας τα τωρινά, τα περασμένα και τα μελλούμενα με φωνή ποιητική, απ’ αυτές που ρέει απ’ το γλυκό τους στόμα τραγούδι χωρίς ποτέ να κουράζονται. Και χαίρονται τα δώματα του πατέρα Δία του βροντερού, όταν γεμίζουν με λουλουδένια φωνή των θεαινών. Κι αντιλαλεί ο χιονισμένος Όλυμπος και τα δώματα των αθανάτων θεών πρώτα, αυτούς που η Γη κι ο μεγάλος Ουρανός γέννησαν κι εκείνους που γέννησαν τους θεούς τους δωρητές μας. Κατόπιν οι θεές αρχίζουν και τελειώνουν το τραγούδι υμνώντας τον Δία τον πατέρα θεών και αν- θρώπων, για την ανωτερότητα του ανάμεσα στους θεούς και την μεγαλοσύνη του. Μετά υμνώντας το γένος των ανθρώπων και των ισχυρών Γιγάντων τέρπουν τη ψυχή του Δία πάνω στον Όλυμπο, οι Μούσες οι Ολύμπιες, οι θυγατέρες του Δία του Αιγιόχου. Τις γέννησε η Μνημοσύνη η κυρά της Ελευθήρος αφού έσμιξε με τον γυιό του Κρόνου στις ακροκορφές τις Πιερίας, για να λησμονούμε τις στενοχώριες μας και να διώχνουν τις έγνοιες. Εννιά νύχτες έσμιγε μαζί τους ο σοφός Δίας ανεβαίνοντας στο ιερό κρεβάτι κρυφά απ’ τους αθάνατους. Μα όταν γύρισε ο χρόνος και κύλισαν οι ώρες και τα φεγγάρια μίκραιναν κι οι μέρες έρχονταν και φεύγαν, του γέννησε εννιά κόρες που είχαν τα ίδια ψυχικά χαρίσματα, που άλλη φροντίδα εκτός το τραγούδι δεν είχαν στην καρδιά τους, ούτε καμμιά έγνοια στη ψυχή και που κατοικούσαν στην πιο ψηλή κορφή του χιονισμένου Ολύμπου. Εκεί, στα ωραία παλάτια γίνονται λαμπροί χοροί και δίπλα κατοικούν οι Χάριτες κι ο Ίμερος, μέσα στη χαρά. Κι εκτοξεύοντας απ’ το στόμα τους φωνή μαγευτική, τραγουδούν τους νόμους των πάντων, και των αθανάτων τα ιερά ήθη διαλαλούν, εκτοξεύοντας τη μαγευτική φωνή τους. Και τότε κινήσαν για τον Όλυμπο και χαιρόντουσαν την όμορφη φωνή τους με το θαυμάσιο τραγούδι, και τριγύρω αντιλαλούσε απ’ τους ύμνους η μαύρη γη και μαγευτικοί ήχοι έβγαιναν απ’ το περπάτημά τους, καθώς τραβούσαν για τον πατέρα τους που βασιλεύει στον ουρανό, που αυτός μονάχος του κατέχει τη βροντή και τον φλογερό κεραυνό, που με τη δύναμη του νίκησε τον πατέρα του τον Κρόνο και που με σοφία τακτοποίησε τα των αθανάτων κι έδωσε αξιώματα. Αυτά λοιπόν τραγουδούσαν οι Μούσες που μένουν στα Ολύμπια παλάτια, οι εννέα θυγατέρες του μεγάλου Δία, η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Θάλεια, η Μελπομένη, η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Πολύμνοια, η Ουρανία κι η Καλλιόπη, αυτή που ξεχωρίζει απ’ όλες. Αυτή που συναναστρέφεται με βασιλιάδες. Κι όποιον απ’ τους βασιλιάδες που έχει ορίσει ο Δίας τον τιμήσουν οι μεγάλες θυγατέρες του και δουν τη γέννησή του με καλό μάτι, γλυκειά δροσιά του στάζουν στη γλώσσα και βγαίνουν απ’ το στόμα του λόγια γλυκά. Κι όλος ο λαός έχει τα μάτια επάνω του καθώς δικάζει με δίκαιες αποφάσεις και καθώς αγορεύει με λόγια σίγουρα, σταματά αμέσως τις μεγάλες φιλονικίες με μαστοριά. Διότι έτσι πρέπει να είναι οι σώφρονες βασιλιάδες. Αυτούς που αδικούνται εύκολα να τους ικανοποιούν στις συνεδριάσεις και να τους πείθουν με λόγια απαλά. Κι όταν βαδίζει στη συνεδρίαση τον τιμούν σαν θεό για το μειλίχιο ύφος του και λάμπει ανάμεσα στους συναθροισμένους. Κι αυτό είναι το ιερό δώρο των Μουσών στους ανθρώπους. Διότι χάρη στις Μούσες και τον Απόλλωνα που πετά το τόξο μακρυά, υπάρχουν στη γη τραγουδιστές και κιθαριστές και χάρη στον Δία βασιλιάδες. Κι αυτός που του δείχνουν ευμένεια οι Μούσες είναι ευτυχισμένος και γλυκειά τρέχει η φωνή απ’ το στόμα του. Γιατί αν κάποιος έχει πένθος και πρόσφατη πληγή στα στήθεια, η καρδιά του μαραίνε- ται απ’ τους στεναγμούς, όταν όμως ο τραγουδιστής που υπηρετεί τις Μούσες υμνήσει τις δόξες των πρώτων ανθρώπων και τους μακάριους θεούς που κατέχουν τον Όλυμπο, αμέσως λησμονά τον καϋμό του και δεν θυμάται καμμιά έγνοια. Έτσι γρήγορα τις σκορπούν (τις έγνοιες) τα δώρα των θεαινών.

Χαίρετε τέκνα του Δία και δώστε το μαγευτικό τραγούδι. Δοξάστε την ιερή γενιά των αιώνιων αθανάτων που γεννήθηκαν απ’ τη Γη και τον γεμάτο αστέρια Ουρανό και τη Νύχτα τη σκοτεινή, κι αυτούς που έτρεφε ο Πόντος ο αλμυρός. Και πείτε πως πρώτα γεννήθηκαν οι θεοί κι η Γη κι οι ποταμοί και ο απέραντος Πόντος με τα μανιασμένα κύματα και τ’ αστέρια τα λαμπρά, κι ο Ουρανός ψηλά ο πλατύς κι αυτούς που γεννήθηκαν απ’ τους θεούς, τους δωρητές των αγαθών, και πως μοιράστηκαν τα πλούτη και χώρισαν τ’ αξιώματα και πως ακόμη κατάκτησαν τον Όλυμπο με τις πολλές χαράδρες. Αυτά να μου αφηγηθείτε Μούσες που έχετε τ’ ανάκτορα του Ολύμπου, απ’ την αρχή και λέγοντας μου ποιό έγινε πρώτα απ’ αυτά. Στην αρχή γεννήθηκε το Χάος, κι έπειτα η πλατύστηθη Γαία παντοτινός και ασφαλής τόπος των αθανάτων που εξουσιάζουν τις χιονισμένες κορφές του Ολύμπου και τα σκοτεινά Τάρταρα στα βάθη της γης με τους πλατείς δρόμους. Μετά ο Έρως που είναι ο ωραιότερος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, που λύνει τα μέλη όλων των θεών και των ανθρώπων και δαμάζει στα στήθεια την καρδιά και τον νου. Από το Χάος ακόμη δημιουργήθηκαν το Έρεβος κι η μαύρη νύχτα. Κι απ’ τη Νύχτα γεννήθηκε ο Αιθέρας κι η Ημέρα, που τα γέννησε σμίγοντας ερωτικά με το Έρεβος. Η Γη πρώτα γέννησε τον γεμάτο αστέρια Ουρανό, ίσο με αυτήν να την καλύπτει από παντού και να είναι για πάντα ασφαλής τόπος για τους μακάριους θεούς. Και γέννησε τα ψηλά Όρη, χαριτωμένους τόπους των Νυμφών, των θεαινών που κατοικούν στα δασωμένα βουνά. Κι αυτή γέννησε και τον Πόντο, το ατέλειωτο πέλαγος, με τα μανιασμένα κύματα, χωρίς ερωτικό σμίξιμο. Έπειτα αφού πλάγιασε με τον Ουρανό, γέννησε τον βαθύ Ωκεανό, τον Κοίο, τον Κριό, τον Υπερίωνα, τον Ιαπετό, τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέμιδα, τη Μνημοσύνη, τη χρυσοστεφανωμένη Φοίβη, και τη χαριτωμένη Τηθύα. Μετά απ’ αυτούς γεννήθηκε ο δόλιος Κρόνος, ο φοβερώτερος απ’ όλους τους γυιούς, που μίσησε τον θαλερό γονιό του. Και γέννησε μετά τους Κύκλωπες με την ατρόμητη καρδιά, τον Βρόντη, τον Στερόπη και τον ορμητικό Άργη, οι οποίοι έδωσαν στον Δία τη βροντή και έφτειαξαν τον κεραυνό. Κι ήσαν όμοιοι σ’όλα με τους θεούς, μόνο που είχαν ένα μάτι στη μέση του μετώπου τους. Κι ήταν γνωστοί με τ’ όνομα Κύκλωπες γιατ’ είχαν στο μέτωπό τους το στρογγυλό μάτι. Ήταν ισχυροί κι ορμητικοί και επινοητικοί στα έργα που έκαναν και τους είχαν μεγαλώσει και μάθει να μιλούν οι θεοί. Μετά γεννήθηκαν απ’ τη Γαία και τον Ουρανό, άλλοι τρεις γυοί μεγάλοι και φοβεροί –καλύτερα μη τους βάζεις στο στόμα σου-, ο Κόττος, ο Βριάρεως και ο Γύης παιδιά υπερήφανα. Απ’ τους ώμους τους σάλευαν εκατό χέρια που δεν μπορούσες να τα ζυγώσεις και για τον καθένα πενήντα κεφάλια φύτρωναν απ΄τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη. Κι είχαν ισχύ ακατανίκητη και φοβερή όσο το ανάστημά τους. Τους φοβερώτερους γυιούς, απ’ όσους γεννήθηκαν απ’ τη Γαία και τον Ουρανό, τους εχθρευόταν απ’ την αρχή ο πατέρας τους και μόλις γεννιόταν ο καθένας τον έκρυβε στα έγκατα της Γης και δεν τους άφηνε ν’ ανέβουν στο φως. Και χαιρόταν με το κακό του έργο ο Ουρανός. Αλλά η πελώρια Γη βαρυγγομούσε από μέσα της και σκέφτηκε ένα δόλιο και κακό τέχνασμα. Αμέσως γέννησε το γκρίζο ατσάλι κι έφτιαξε ένα μεγάλο δρεπάνι κι εξήγησε στους αγαπημένους της γυιούς τι να κάνουν. Και δίνοντας τους θάρρος και με πόνο στην καρδιά τους είπε: «Παιδιά δικά μου που έχετε πατέρα κακούργο, αν θέλετε να μ’ακούσετε, μπο- ρούμε να τιμωρήσουμε την αδικία του πατέρα σας μιας κι αυτός άρχισε πρώτος τις άτιμες πράξεις».

Έτσι μίλησε κι όλους τους έπιασε δέος και κανένας δεν μιλούσε. Τότε πήρε θάρρος ο πανούργος Κρόνος και μ’ αυτά τα λόγια απάντησε στη σεβάσμια μητέρα του: «Μητέρα σου υπόσχομαι πως εγώ θα εκτελέσω αυτή την πράξη, γιατί δεν λογαριάζω τον ακατανόμαστο πατέρα μας. Αυτός άρχισε πρώτος τις άτιμες πράξεις». Έτσι μίλησε κι αναγάλλιασε μέσα της η πελώρια Γαία. Τον έβαλε να καθίσει σε ενέδρα, του έβαλε στο χέρι το δρεπάνι με τα κοφτερά δόντια και του εξήγησε το δόλιο σχέδιο. Και φέρνοντας τη νύχτα, ήλθε ο μέγας Ουρανός κι ολόγυρα απλώθηκε και σκέπασε τη Γαία με πόθο ερωτικό. Κι απ’ την κρυψώνα του άπλωσε ο γυιός του τ’ αριστερό του χέρι και με το δεξί έπιασε το πελώριο δρεπάνι με τα μακρυά κοφτερά δόντια κι αμέσως έκοψε τα αιδοία του πατέρα του και τα πέταξε πίσω του. Όμως δεν έφυγαν απ’ τα χέρια του μάταια, γιατί όσες στάλες απ’ το αίμα του έπεσαν, τις μάζεψε η Γαία και με το πέρασμα του χρόνου γεννήθηκαν οι κρατερές Ερινύες, οι μεγάλοι Γίγαντες οι λαμπροαρματωμένοι, που κρατούν στα χέρια τους μακρυά κοντάρια κι οι Νύμφες που τις αποκαλούν Μελίες στην απέραντη Γη. Κι αμέσως μόλις έκοψε τα αιδοία με το δρεπάνι τα πέταξε απ’ τη στεριά στον πολυτρικυμισμένο πόντο κι αυτά περιφερόταν στο πέλαγος για πολύ χρόνο. Τριγύρω ανέβαινε λευκός αφρός απ’ τ’ αθάνατα μέλη κι εκεί μέσα αναθράφτηκε μια κόρη. Στην αρχή πήγε προς τα ιερά Κύθηρα και μετά έφτασε στην Κύπρο που βρέχεται από παντού. Εκεί βγήκε η σεβαστή και καλή θεά και γύρω απ’ τα πόδια της τα τρυφερά φύτρωνε χλόη. Αφροδίτη (αφρογεννημένη θεά και ομορφοστεφάνωτη κόρη) την αποκαλούν θεοί και άνθρωποι γιατί μεγάλωσε μέσα στον αφρό και Κυθέρια γιατί πήγε στα Κύθηρα (και Κυπρογεννημένη γιατί γεννήθηκε στην Κύπρο που τη ζώνει η θάλασσα και φιλομηδή γιατί βγήκε απ’ τα αιδοία.) Μόλις γεννήθηκε τη συντρόφευσε ο Έρως και τη Συνόδευσε ο ωραίος Ίμερος καθώς πήγαινε στους άλλους θεούς. Κι αυτή η τιμή της έλαχε απ’ τη Μοίρα απ΄την αρχή, να έχει ανάμεσα στους αθάνατους Θεούς και στους ανθρώπους τα παρθενικά παιχνιδίσματα, τα ξεγελάσματα και τη γλυκειά απόλαυση, την αγάπη και την τρυφερότητα. Κι αυτούς, ο πατέρας τους ο μεγάλος Ουρανός, οργισμένος τους απεκάλεσε Τιτάνες, τους γυιούς που γέννησε, γιατί έλεγε πως τεντώνοντας την αδικία έκαναν ανόσια πράξη που στο μέλλον θα τη ξεπληρώσουν. Κι η Νύχτα γέννησε τον στυγερό Μόρο, τη μαύρη Κήρα και τον Θάνατο και γέννησε τον Ύπνο και τη γενιά των Ονείρων (και τους γέννησε χωρίς να κοιμηθεί με κανέναν η μαύρη Νύχτα). Μετά πάλι τον Μώμο και την οδυνηρή Οιζύ και τις Εσπερίδες που φυλάνε πέρα απ’ τον δοξασμένο Ωκεανό τα χρυσά μήλα και τα δέντρα που τα κάνουν. Και γέννησε τις Μοίρες και τις Κήρες, ανελέητες τιμωρούς (την Κλωθώ, την Λάχεσι και την Άτροπο που δίνουν το καλό και το κακό στους θνητούς όταν γεννιούνται), που κυνηγούν τα παραπτώματα θεών κι ανθρώπων και δεν σταματούν ποτέ οι θεές την τρομερή οργή τους πριν να ξεπληρωσει το χρέος του όποιος έχει αμαρτήσει. Και γέννησε τη Νέμεση, συμφορά για τους θνητούς ανθρώπους η ολέθρια Νύχτα, και μετά την Απάτη και τη Φιλότητα, το καταραμένο Γήρας και την ακατάβλητη Έριδα. Μετά η μισητή Έρις γέννησε τον βασανιστή Πόνο, τη Λήθη, την Πείνα και τις Οδύνες που φέρνουν δάκρυα, τις Συμπλοκές, τις Μάχες, τους Φόνους, τους Ανδροσκοτωμούς, τις Φιλονικίες, τις Ψευδολογίες, τις Διαφωνίες, την Κακονομία, την Άτη που πάνε συνήθως μαζί, και τον Όρκο που τυρρανά τους πιο πολλούς ανθρώπους στη γη, όταν με τη θέλησή τους γίνονται επίορκοι.


Και γέννησε ο Πόντος τον Νηρέα που ποτέ δεν λέει ψέμματα αλλά πάντα την αλήθεια, τον πρωτότοκο απ’ τους γυιούς του. Τον αποκαλούν και Γέροντα γιατί είναι ήπιος και ειλικρινής. Δεν ξεχνά τη νομιμότητα και πάντα δίκαια και αγαθά στοχάζεται. Επίσης σμίγοντας με τη Γαία, γέννησε και τον μεγάλο Θαύμαντα, τον γενναίο Φόρκυ, την ομορφομάγουλη Κητώ και την Ευρυβία που έχει στα στήθεια της ατσάλινη ψυχή. Κι απ’ τον Νηρέα και την ομορφομάλλα Δωρίδα, την κόρη του τέλειου ποταμού του Ωκεανού, γεννήθηκαν αγαπημένα παιδιά θεαινών, μέσα στον ακένωτο πόντο, η Πλωτώ, η Ευκράντη, η Σαώ, η Αμφιτρίτη, η Ευδώρη, η Θέτις, η Γαλήνη, η Γλαύκη, η Κυμοθόη, η Σπειώ, η Θόη, η εράσμια Αλίη, η Πασιθέη, η Ερατώ, η ροδοχέρα Ευνίκη, η χαριτωμένη Μελίτη, η Ευλιμένη, η Αγαυή,. η Δωτώ, η Πρωτώ, η Φέρουσα, η Δυναμένη, η Νησαίη, η Ακταίη, η Πρωτομέδεια, η Δωρίς, η Πανόπεια, η όμορφη Γαλάτεια, η εράσμια Ιπποθόη, η ροδοχέρα Ιππονόη, η Κυμοδόκη, που τα κύματα στον σκοτεινό Πόντο και το φύσημα του μανιασμένου αέρα μαλακώνει μαζί με την Κυματολήγη και την Αμφιτρίτη με τους όμορφους αστραγάλους, η Κυμώ, η Ηιόνη, η ομορφοστεφανωμένη Αλιμήδη, η χαμογελαστή Γλαυκονόμη, η Ποντοπόρεια, η Ληαγόρη, η Ευαγόρη, η Λαομέδεια, η Πουλυνόη, η Αυτονόη, η Λυσιάνασσα, (η Ευάρνη με το ωραίο παράστημα και την αψεγάδιαστη μορφή), η Ψαμάθη με το χαριτωμένο σώμα, η ευγενική Μενίππη, η Νησώ, η Ευπόμπη, η Θεμιστώ, η Προνόη και η Νημερτής που έχει τα μυαλά του αθάνατου πατέρα της. Αυτές απ΄τον άξιο Νηρέα γεννήθηκαν, πενήντα κόρες με γνώσεις για άξια έργα. Ο Θαύμας πήρε την Ηλέκτρα, τη θυγατέρα του Ωκεανού με τα βαθειά ρέματα, κι αυτή γέννησε την γοργοπόδαρη Ίριδα, τις ομοργόμαλλες Άρπυιες, την Αελλώ και την Ωκυπέτη, που με τα γρήγορα φτερά τους τρέχουν όσο το φύσημα του ανέμου και το πέταμα των πουλιών, γιατί μαζί με το χρόνο τρέχουν. Και η Κητώ, γέννησε με τον Φόρκυ τις ομορφομάγουλες Γραίες, γκριζομάλλες απ΄ τη γέννησή τους. Και τις αποκαλούν Γραίες οι αθάνατοι θεοί και οι άνθρωποι εδώ κάτω, την Πεμφρηδώ με τα ωραία πέπλα και την Ενυώ με τα βαθυκίτρινα πέπλα, και τις Γοργόνες που κατοικούν πέρα απ’ τον ξακουστό Ωκεανό στα έσχατα της Νύχτας όπου βρίσκονται και οι Εσπερίδες με την καθάρια φωνή, τη Σθενώ, την Ευρυάλη και τη Μέδουσα που έπαθε πολλά δεινά. Γιατί αυτή ήταν θνητή ενώ οι άλλες δύο αθάνατες κι αγέραστες. Και μ’ αυτήν πλάγιασε ο Ποσειδώνας ο Κυανοχαίτης σε μαλακό λιβάδι μέσα σε ανοιξιάτικα λουλούδια. Όταν ο Περσεύς της έκοψε το κεφάλι ξεπήδησε ο μέγας Χρυσάωρ κι ο Πήγασος ο ίππος. Κι αυτός πήρε το όνομα αυτό επειδή γεννήθηκε κοντά στις πηγές του Ωκεανού, ενώ ο άλλος επειδή κρατούσε χρυσό σπαθί στα λατρεμένα χέρια του. Και πέταξε αυτός αφήνοντας τη γη που τρέφει τα πρόβατα και πήγε στους αθάνατους. Και κατοικεί στο ανάκτορο του Δία και φέρνει την αστραπή και τη βροντή στον σοφό Δία. Και ο Χρυσάωρ γέννησε τον τρικέφαλο Γηρυόνη σμίγοντας με την Καλλιρόη την κόρη του ξακουστού Ωκεανού. Κι αυτόν τον θανάτωσε ο ισχυρός Ηρακλής κοντά στις στριφτόποδες αγελάδες στην Ερύθεια που βρέχεται από παντού, τη μέρα που οδήγησε τις πλατυμέτωπες αγελάδες στην ιερή Τίρυνθα αφού πέρασε το ρέμα του Ωκεανού και σκότωσε τον Όρθρο και τον βοσκό Ευρυτίωνα, στην κατασκότεινη μάντρα πέρα απ’ τον ξακουστό Ωκεανό. Κι αυτή, μέσα σε μια ωραία σπηλιά, γέννησε άλλο ακαταμάχητο τέρας που δεν μοιάζει ούτε με τους θνητούς ανθρώπους ούτε με τους αθάνατους θεούς, τη θεϊκή Έχιδνα με τη σκληρή καρδιά, τη μισή νύμφη παιχνιδομάτα και με όμορφα μάγουλα κι η άλλη μισή πελώριο φίδι τρομερό και γιγάντιο, στικτό και σαρκοβόρο μέσα στα έγκατα της ιερής γης. Εκεί είναι η σπηλιά της, κάτω απ’ το κοίλωμα ενός βράχου, μακρυά απ΄ τους αθάνατους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους. Εκεί της όρισαν οι θεοί να έχει τη ξακουσμένη κατοικία της.


Κι εκεί κρατήθηκε στον τόπο των Αρίμων, κάτω απ’ τη γη η ολέθρια Έχιδνα, η αθάνατη νύμφη που δεν γερνά ποτέ. Λένε ότι ο φοβερός, ο ανόσιος και ο άνομος Τυφώνας έσμιξε ερωτικά μ’ αυτήν την παιχνιδομάτα κόρη κι αυτή αφού έμεινε έγκυος, γέννησε σκληρόκαρδους γυιούς. Γέννησε πρώτο τον Όρθρο, τον σκύλο του Γηρυόνη. Δεύτερο γέννησε τον ακαταμάχητο, τον ακατανόμαστο, τον σαρκοβόρο Κέρβερο, τον σκύλο του Άδη τον χαλκόφωνο, με τα πενήντα κεφάλια, ανήλεο και κρατερό. Τρίτη γέννησε την Λερναία Ύδρα που ο νους της ήταν πάντα στο κακό, την οποία ανάθρεψε η λευκοχέρα Ήρα με ασίγαστη οργή για τον ισχυρό Ηρακλή. Αυτήν όμως τη θανάτωσε με το αλύπητο χάλκινο σπαθί του ο γυιός του Δία, απ’ τη γενιά του Αμφιτρύωνα, ο Ηρακλής μαζί με τον πολεμοχαρή Ιόλαο και τη συμπαράσταση της Αθηνάς που δίνει τα λάφυρα. Κι ακόμη γέννησε τη φοβερή, την τεράστια Χίμαιρα, τη γοργοπόδαρη και δυνατή, που αναπνέει ακατάσχετη φωτιά. Είχε τρία κεφάλια, το ένα λιονταριού, με τη λαμπερή ματιά, το άλλο γίδας και το άλλο φιδιού, δράκοντα τρομερού. (Μπροστά το λιοντάρι, πίσω το φίδι και στη μέση η γίδα απέπνεαν φλογερή φωτιά). Αυτήν τη σκότωσε ο Πήγασος και ο ανδρείος Βελλερεφόντης. Επίσης σμίγοντας με τον Όρθρο γέν- νησε την ολέθρια Φίκα (Σφίγγα), την καταστροφή για τον λαό του Κάδμου, και τον Λέοντα της Νεμέας που ανάθρεψε η Ήρα, η τιμημένη ομοκρέβατη του Δία και τον φώλιασε στους λόφους της Νεμέας, για τους ανθρώπους συμφορά. Εκεί έμενε και κατέστρεφε τους ανθρώπους κυριαρχώντας στον Τρητό και στον Απέσαντα. Αλλά κι αυτόν τον νίκησε η ισχύς του Ηρακλή. Και τέλος η Κητώ σμίγοντας ερωτικά με τον νεότατο Φόρκυ, γέννησε ένα τρομερό φίδι, που στα σκοτεινά βάθη της γης, στην άκρη του κόσμου, φυλάει τα ολόχρυσα μήλα. Αυτή λοιπόν είναι η γενιά της Κητούς και του Φόρκυ. Και η Τηθύς γέννησε στον Ωκεανό τους στροβιλι- στούς ποταμούς, τον Νείλο, τον Αλφειό, τον βαθυστρόβιλο Ηριδανό, τον Στρυμόνα, τον Μαίανδρο, τον ομορφορρέματο Ίστρο, τον Φάση, τον Ρήσο, τον Αχελώο με τις ασημένιες δίνες, τον Νέσσο, τον Ρόδιο, τον Αλιάκμονα, τον Επτάπορο, τον Γρανικό, τον Αίσηπο, τον θεϊκό Σιμόεντα, τον Πηνειό, τον Έρμο, τον ομορφόροο Κάϊκο, τον μέγα Σαγγάριο, τον Λάδωνα, τον Παρθένιο, τον Εύηνο, τον Άρδησκο και τον θεϊκό Σκάμανδρο. Και γεννά την ιερή γενιά των θυγατέρων του, που απ’ τον Δία τους Έλαχε το έργο ν’ αναθρέψουν τους νέους με τη βοήθεια του άρχοντα Απόλλωνα και των Ποταμών, την Πειθώ, την Αδμήτη, την Ιάνθη, την Ηλέκτρα, τη Δωρίδα, την Πρυμνώ, τη θεϊκή Ουρανία, την Ιππώ, την Κλυμένη, τη Ρόδεια, την Πασιθόη, την Πληξαύρη, τη Γαλαξαύρη, τη γλυκειά Διώνη, τη Μηλόβοσι, τη Θόη, την όμορφη Πολυδώρη, την Κερκηίδα με το όμορφο παράστημα, τη γλυκειά Πλουτώ, τη μεγαλομάτα Περσηίδα, την Ιάνειρα, την Ακάστη, τη Ξάνθη, την Πετραία, την ερωτική Μενεσθώ, την Ευρώπη, τη Μήτιδα, την Ευρυνόμη, την Τελεστώ με τα βαθυκίτρινα πέπλα, τη Χρυσηϊδα, την Ασία, τη λαχταριστή Καλυψώ. την Ευδώρη, την Τύχη, την Αμφιρώ, την Ωκιρόη και τη Στύγα που είναι η ανώτερη απ’ όλες. Αυτές λοιπόν γεννήθηκαν πρώτες οι θυγατέρες του Ωκεανού και της Τηθύος, αλλά υπάρχουν και πολλές άλλες. Γιατί υπάρχουν τρεις χιλιάδες ομορφοπόδαρες Ωκεανίδες που είναι σκορπισμένες στη γη και
στα βάθη των λιμνών και φροντίζουν όλους το ίδιο, τα λαμπρά τέκνα θεαινών. Υπάρχουν κι άλλοι τόσοι ποταμοί που τρέχουν με βουητό, γυιοί του Ωκεανού που γέννησε η σεβαστή Τηθύα. Για θνητό άνθρωπο είναι δύσκολο να πει όλα τα ονόματά τους. Τα γνωρίζουν όσοι κατοικούν τριγύρω τους. Κι η Θεία αφού αναγκάστηκε, έσμιξε ερωτικά, με τον Υπερίωνα και γέννησε τον μέγα Ήλιο, τη λαμπρή Σελήνη και την Αυγή που φέρνει το φως σ’ όλους πάνω στη γη και στους αθάνατους θεούς που κατέχουν τον πλατύ Ουρανό. Ενώ η Ευρυβία, η σεβαστή θεά, σμίγοντας ερωτικά με τον Κρίο, γέννησε τον Αστραίο, τον Πάλλαντα, και τον Πέρση που ξεπερνά όλους σε γνώση.


Και η Ηώ με τον Αστραίο, γέννησε τους ανέμους τους σκληρόκαρδους, τον Ζέφυρο που φέρνει ξαστεριά, τον γρηγοροκίνητο Βοριά και τον Νότο, αφού θεά πλάγιασε ερωτικά με θεό. Μετά η Ηριγένεια (Ηώ) γέννησε τον αστέρα Εωσφόρο και τα λαμπρά αστέρια που στεφανώνουν τον Ουρανό. Η Στύγα, η κόρη του Ωκεανού, σμίγοντας με τον Πάλλαντα γέννησε στο παλάτι τον Ζήλο και την ομορφοπόδαρη Νίκη. Επίσης γέννησε το Κράτος και τη Βία, ξακουστά παιδιά. Μακρυά απ’ τον Δία δεν υπάρχει γι’ αυτά ούτε σπίτι, ούτε μέρος να σταθούν, ούτε ο δρόμος που να μη τους οδηγεί ο θεός. Και πάντα κάθονται πλαϊ στον βροντερό Δία. Έτσι απεφάσισε η Στύγα η αθάνατη Ωκεανίδα τη μέρα που ο αστραποβόλος Ολύμπιος κάλεσε όλους τους αθάνατους θεούς στον ψηλό Όλυμπο και είπε πως όποιος απ΄ τους θεούς μαχόταν τους Τιτάνες μαζί του, δεν θα έχανε κανένα αξίωμα που είχε πριν, μέσα στους αθάνατους θεούς. Και είπε πως όποιος είχε μείνει χωρίς τιμή και αξίωμα απ’ τον Κρόνο, θα έπαιρνε τιμές και αξιώματα όπως ήταν δίκαιο. Πρώτη λοιπόν έφθασε στον Όλυμπο η αθάνατη Στύγα μαζί με τα παιδιά της, ακούγοντας τη συμβουλή του αγαπημένου της πατέρα. Κι ο Ζευς την τίμησε δίνοντάς της περίσσια δώρα. Γιατί όρισε αυτή να είναι των θεών ο μεγαλύτερος όρκος. Και τα παιδιά της να μένουν πάντα μαζί του. Κι όπως τα υποσχέθηκε έτσι ακριβώς τα εκτέλεσε. Γιατί αυτός εξουσιάζει και βασιλεύει. Η Φοίβη ήλθε στο κρεββάτι του πολυπόθητου Κοίου και από έρωτα θεάς με θεό έμεινε έγκυος και γέννησε τη Λητώ με τα γαλάζια πέπλα, πάντα γλυκειά, γλυκειά απ’ την πρώτη μέρα, που είναι η πιο καταδεκτικιά μέσα στον Όλυμπο και τρυφερή στους ανθρώπους και στους αθάνατους θεούς. Γέννησε και την Αστερία με το ωραίο όνομα που κάποτε ο Πέρσης την οδήγησε στο μεγάλο παλάτι του να γίνει η αγαπημένη του σύντροφος. Κι αυτή έμεινε έγκυος και γέννησε την Εκάτη, που αυτήν πάνω απ’ όλους τίμησε ο Ζευς, ο γυιός του Κρόνου και της χάρισε λαμπρά δώρα να ορίζει απ’ τη γη και απ’ την ακένωτη θάλασσα. Αλλά και στον γεμάτο αστέρια Ουρανό πήρε αξίωμα και τιμάται πιο πολύ απ’ όλους τους αθάνατους θεούς. Γιατί και μέχρι τώρα όποιος άνθρωπος στη γη προσφέρει κατά τη συνήθεια, εξιλαστήρια θυσία προσκαλεί την Εκάτη. Κι εύκολα η θεά δείχνει την εύνοιά της σ’ αυτόν που δέχτηκε την προσευχή του και του χαρίζει ευτυχία, γιατί έχει τη δύναμη. Επειδή όσοι γεννήθηκαν απ’ τη Γαία και τον Ουρανό κι έχουν κάποιο αξίωμα, σ’ όλους αυτούς έχει μερδικό. Κι ούτε σε τίποτα ο γυιός του Κρόνου την εξεβίασε, ούτε της στέρησε ό,τι της είχε λάχει μέσα στους πρωτύτερους θεούς τους Τιτάνες, αλλά κατέχει ότι απ’ την αρχή ήταν το μερδικό της, μερίδιο στη γη, στον ουρανό και στη θάλασσα. Και δεν τιμήθηκε λιγότερο η θεά επειδή ήταν μοναχοπαίδι, αντίθετα πολύ περισσότερο γι’ αυτό την τιμά ο Ζευς. Αυτόν που θέλει τον βοηθά πολύ και τον ωφελεί. Στις δίκες κάθεται πλάι στους σεβαστούς βασιλιάδες, και στις συνελεύσεις του λαού προβάλλει αυτόν που θέλει. Κι όταν ζώνονται τ’ άρματα οι άνδρες για τον φονικό πόλεμο, κι εκεί η θεά βοηθά όποιους θέλει και πρόθυμα δίνει τη νίκη και προσφέρει τη δόξα. Κι είναι καλή όταν παραβγαίνουν άνδρες σε αγώνα κι εκεί τους βοηθά και τους ωφελεί. Κι αυτός που θα νικήσει με ισχύ κι επιμονή, το ωραίο έπαθλο πρόθυμα και με χαρά παίρνει κάνοντας τους γονιούς του περήφανους. Αλλά και μέσα στους ιππείς βοηθά όποιον θέλει. Κι αυτούς που δουλεύουν στη γαλάζια ανεμοδαρμένη θάλασσα, και προσεύχονται στην Εκάτη και τον Γαιοσείστη (Ποσειδώνα), εύκολα η δοξασμένη θεά τους φέρνει μεγάλη ψαριά, αλλά κι εύκολα την εξαφανίζει, αν το θελήσει, κι ας φαίνεται δικιά τους (η ψαριά). Κι είναι καλή στους στάβλους όπου πληθαίνει τα ζώα μαζί με τον Ερμή. Τα κοπάδια των γελαδιών, τα πλατιά κοπάδια των γιδιών και τα κοπάδια με τα πυκνόμαλλα αρνιά, αν θέλει τα λίγα τα αυξάνει και τα πολλά τα ελαττώνει. Έτσι λοιπόν, αν η μάνα της την έκανε μοναχοπαίδι, ανάμεσα σ’ όλους τους αθάνατους τιμάται μ’ αξιώματα. Μα κι ο γιος του Κρόνου την όρισε τροφό των νέων, που μαζί της ανοίγουν τα μάτια τους στο φως της ολοφώτιστης Αυγής. Έτσι απ’ την αρχή ήταν τροφός των νέων και είχε αυτές τις τιμές.


Η Ρέα εξαναγκασμένη από τον Κρόνο, του γέννησε τέκνα δοξασμένα, την Εστία, τη Δήμητρα, την Ήρα με τα χρυσά πέδιλα, τον δυνατό Άδη που κατοικεί στο παλάτι του κάτω απ’ τη γη κι έχει ανελέητη καρδιά, τον βροντερό Γαιοσείστη και τον σοφό Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων που τραντάζει την πλατειά γη με την βροντή του. Κι αυτούς τους κατάπινε ο μέγας Κρόνος μόλις ο καθένας κατέβαινε απ’ την ιερή κοιλιά της μάνας του στα γόνατα της. Φοβόταν μήπως κάποιος απ’ τους δοξασμένους Ουρανίωνες του έπαιρνε το βασιλικό αξίωμα μέσα στους αθάνατους. Γιατί είχε μάθει απ’ την Γαία και τον γεμάτο αστέρια Ουρανό ότι ήταν γραφτό να ηττηθεί κάποτε απ’ το παιδί του, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν ισχυρός –απ’ το θέλημα του μεγάλου Δία. Έτσι παραφύλαγε με άγρυπνα μάτια και κατάπινε τα παιδιά του. Τη Ρέα όμως την κατείχε αβάσταχτος πόνος. Αλλ’ όταν ήταν για να γεννήσει τον Δία, τον πατέρα θεών και ανθρώπων, τότε παρακαλούσε τους αγαπημένους της γονείς, τη Γαία και τον γεμάτο αστέρια Ουρανό, να σκεφτούν ένα τρόπο για να γεννήσει κρυφά τον αγαπημένο της γυιό, για να πάρει εκδίκηση για τον πατέρα του και τα παιδιά του, που τα κατάπινε ο δόλιος Κρόνος. Αυτοί άκουσαν με μεγάλη προσοχή την αγαπημένη τους θυγατέρα, πείστηκαν και της αφιέρωσαν όσα ήταν πεπρωμένο να συμβούν γύρω απ’ τον βασιλιά Κρόνο και τον γυιό με την ατρόμητη ψυχή. Την έστειλαν λοιπόν στη Λύκτο, τον πλούσιο τόπο της Κρήτης, όταν επρόκειτο να γεννήσει το τελευταίο απ’ τα παιδιά της, τον μεγάλο Δία. Και τον δέχτηκε η πελώρια Γαία μέσα στην πλατειά Κρήτη, να τον θρέψει και να τον φροντίζει. Εκεί, μέσα στο σκοτάδι της γρήγορης Νύχτας, τον έφερε πρώτα στη Λύκτο και τον έκρυψε με τα χέρια της σε απάτητο άντρο, στα βάθη της ιερής γης, στο πυκνοδασωμένο Αιγαίο βουνό. Και στον γυιό του Ουρανού, τον μεγάλο άνακτα, τον πρώτο βασιλιά ανάμεσα στους θεούς, σπαργάνωσε μια μεγάλη πέτρα. Κι εκείνος αρπάζοντας την στα χέρια του, την έριξε ο δύστυχος στην κοιλιά του. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό του πως έμενε πίσω αντί για πέτρα ο γυιός του, ανίκητος και χωρίς να πολυσκοτίζεται, που έμελλε γρήγορα με την ισχύ και τα χέρια του να τον νικήσει, να του πάρει τα αξιώματα και να βασιλέψει ανάμεσα στους αθάνατους. Έπειτα, γρήγορα μεγάλωναν η ορμή και τα λαμπρά μέλη αυτού του άρχοντα. Και με το κύλισμα του χρόνου (ξεγελασμένος από τις παμπόνηρες συμβουλές της Γαίας), τον γόνο του ανέβασε από μέσα του ο μέγας Κρόνος, ο πανούργος, νικημένος απ΄την επινοητικότητα και την ισχύ του γυιού του. Πρώτα εξέμεσε την πέτρα που είχε κατα- πιεί τελευταία και την οποία ο Ζευς τη στήριξε στην πλατειά γη, στην αγία Πυθώνα, στις πλαγιές του Παρνασσού, σημάδι για το μέλλον να το θαυμάζουν οι θνητοί άνθρωποι. (Κι έλυσε τους αδελφούς του πατέρα του, τους Ουρανίδες, απ’ τα μαύρα δεσμά που τους είχε δέσει ο πατέρας τους, μέσα στην παραφροσύνη του. Κι αυτοί δε λησμόνησαν τη χάρη της ευεργεσίας και του έδωσαν τη βροντή, τον κεραυνό που όλα τα καίει και την αστραπή, που πριν τα έκρυβε η πελώρια Γαία. Μ’ αυτά βασιλεύει (ο Δίας) στους θνητούς και στους αθάνατους θεούς). Κι ο Ιαπετός πήρε την κόρη, την Ωκεανίδα με τους όμορφους αστραγάλους, την Κλυμένη και μαζί της ανέβηκε στο ίδιο κρεβάτι. Κι αυτή του γέννησε τον Άτλαντα, γυιό με ατρόμητη ψυχή. Και γέννησε και Τον υπερφίαλο Μενοίτιο, τον εύστροφο και επινοητικό Προμηθέα, και τον μπερδεμένο Επιμηθέα, που έκανε απ’ την αρχή μεγάλο κακό στους άνδρες που τρέφονται με ψωμί. Γιατί πρώτος δέχτηκε την παρθένα γυναίκα που έπλασε ο Δίας. Τον αυθάδη Μενοίτιο ο Δίας που τα βλέπει όλα, τον γκρέμισε στο Έρεβος, χτυπώντας τον με τον κεραυνό που βγάζει καπνούς, για την ασέβειά και την υπεροπτική δύναμή του. Ο Άτλας υποχρεώθηκε από μεγάλη ανάγκη να κρατά τον πλατύ ουρανό, στα πέρατα της γης, μπροστά στις Εσπερίδες με την καθάρια φωνή, όρθιος, με το κεφάλι του και με τ’ ακούραστα χέρια του. Γιατί αυτή τη μοίρα του όρισε ο σοφός Ζευς. Τον Προμηθέα με τις πολλές ιδέες, τον έδεσε με άλυτα και βασανιστικά δεσμά τυλίγοντας κολώνα στη μέση και ξεσηκώνοντας εναντίον του αετό με μακρυά φτερά. Κι αυτός του έτρωγε το αθάνατο συκώτι, αλλ’ αυτό ξαναγινόταν το ίδιο τη νύχτα, όσο είχε φάει τη μέρα το όρνιο με τα μακρυά φτερά. Κι αυτό το σκότωσε ο Ηρακλής, ο γενναίος γυιός της ομορφοστράγαλης Αλκμήνης, και λύτρωσε απ’ τη φρικτή αυτή αρρώστεια τον γυιό του Ιαπετού και τον λευτέρωσε απ’ το μαρτύριο, μα όχι χωρίς τη θέληση του Ολύμπιιου Δία, που βασιλεύει ψηλά, γιατί ήθελε να δοξαστεί περισσότερο από πριν ο Θηβογεννημένος Ηρακλής, πάνω στην πολυθρέφτα γη. Με τέτοια φροντίδα τίμησε τον δοξασμένο γυιό του και παρά την οργή του σταμάτησε την πίκρα που είχε πριν επειδή συναγωνιζόταν (ο Προμηθέας) τον παντοδύναμο γυιό του Κρόνου. Γιατί τότε που θεοί και θνητοί άνθρωποι, στη Μηκώνη τακτοποιούσαν τις σχέσεις μεταξύ τους, τότε (ο Προμηθέας) μοίρασε ένα μεγαλόσωμο βόδι με χαρά, θέλοντας να ξεγελάσει την κρίση του Δία. Στο μεν ένα έβαλε τα παχιά εντόσθια και τα κρέατα μέσα στο λίπος και τα σκέπασε με την κοιλιά του βοδιού. Στο άλλο τοποθέτησε με μεγάλη πονηριά τα άσπρα κόκκαλα του βοδιού και τα ακούμπησε κάτω αφού τα σκέπασε με λευκό λίπος.


Τότε λοιπόν ο πατέρας θεών και ανθρώπων του είπε: Γυιέ του Ιαπετού φίλε πιο δοξασμένε απ’ όλους τους άρχοντες, χώρισες τις μερίδες πολύ μεροληπτικά. Έτσι είπε περιπαίζοντάς τον ο Δίας με τη σκέψη που δε λαθεύει ποτέ. Κι ο πανούργος Προμηθέας του απάντησε με μισό χαμόγελο, χωρίς να ξεχάσει την απάτη που είχε στο μυαλό: «Δία πανένδοξε, μεγαλύτερε απ’ τους αιώνιους θεούς, έλα διάλεξε όποια μερίδα τραβά η καρδιά σου». Έτσι είπε με πονηριά στη σκέψη. Κι ο Ζευς που η σκέψη του δεν λαθεύει ποτέ κατάλαβε, κι ο δόλος δεν του ξέφυγε. Και σκεφτόταν τα δεινά για τους θνητούς ανθρώπους, που ήταν μελλούμενο να γίνουν. Και σήκωσε με τα δύο του χέρια το λευκό λίπος. Κι οργίστηκε μέσα του και χολή ήρθε στη ψυχή του καθώς είδε τα λευκά κόκκαλα για τους αθάνατους πάνω σε καπνισμένους βωμούς. Και με μεγάλη αγανάκτηση ο Δίας που μαζεύει τα σύννεφα του είπε: « Γυιέ του Ιαπετού, που οι σκέψεις σου είναι ανώτερες όλων, δεν ξέχασες φίλε μου τη τέχνη της απάτης». Έτσι του είπε οργισμένος ο Δίας με τη σκέψη που δεν λαθεύει ποτέ κι από τότε θυμόταν πάντα την απάτη και δεν έστελνε στις μελιές την ορμή της ακούραστης φωτιάς για τους θνητούς ανθρώπους που κατοικούν πάνω στη γη. Αλλ’ ο γενναίος γυιός του Ιαπετού τον εξαπάτησε κι έκλεψε τη λάμψη της ακούραστης φωτιάς που φέγγει μακρυά, μέσα σε κούφιο καλάμι. Αυτό δάγκωσε βαθειά τη ψυχή του Δία που βροντά από ψηλά και χολώθηκε καθώς είδε να έχουν οι άνθρωποι τη λάμψη της φωτιάς που φέγγει μακρυά. Κι αμέσως για αντάλλαγμα της φω- τιάς, δημιούργησε ένα κακό για τους ανθρώπους. Γιατί ο δοξασμένος Κουτσός (Ήφαιστος), πήρε χώμα και έπλασε ομοίωμα σεμνής παρθένας όπως το θέλησε ο Δίας. Κι η γλαυκομάτα θεά Αθηνά την έζωσε και τη στόλισε με κατάλευκο φόρεμα. Κι απ΄το κεφάλι μέχρι κάτω της έρριξε με τα χέρια της πέπλο κεντητό. Θαύμα να το βλέπεις. (Γύρω της, η Παλλάδα Αθηνά, έβαλε στεφάνια από λαχταριστά λουλούδια χορταριού που μόλις είχε βλαστήσει).

Και γύρω απ’ το κεφάλι της έθεσε χρυσό στεφάνι που το’χε φτειάξει ο δοξασμένος Κουτσός με τα επιδέξια χέρια του, για χάρη του πατέρα του Δία. Και πάνω στο στεφάνι χειροτέχνησε πολλά σχέδια, θαύμα να τα βλέπεις από ζωντανά, όσα τρέφει η στεριά κι η θάλασσα. Απ’ αυτά έβαλε πολλά πάνω του (και λαμποκοπούσε με πολλή γοητεία), θαυμαστά, που έμοιαζαν με ζώα έτοιμα να σου μιλήσουν. Έπειτα αφού έφτειαξε κακό τόσο όμορφο αντί για το καλό, την έβγαλε έξω όπου βρισκόταν οι άλλοι θεοί και οι άνθρωποι, ενώ αυτή καμάρωνε για το στόλισμα που της είχε κάνει η γλαυκομάτα, κόρη του πανίσχυρου πατέρα. Και θαυμασμός τότε κατέλαβε τους αθάνατους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους, καθώς είδαν την αναπόφευκτη παγίδα που προοριζόταν για τους ανθρώπους (γιατί απ’ αυτή βγήκε το γένος των θηλυκών γυναικών). Γιατί απ΄αυτή κρατά το ολέθριο γένος των γυναικών, της μεγάλης αυτής συμφοράς που κατοικεί μαζί με τους θνητούς άνδρες που δεν ταιριάζουν στην καταραμένη φτώχεια αλλά στον πλούτο. Όπως μέσα στα καλοσκεπασμένα μελίσσια οι μέλισσες τρέφουν τους κηφήνες, συντρόφους κακών έργων. Κι αυτές ολημερίς, μέχρι τη δύση του ήλιου πετούν γοργά και αποθέτουν τα λευκά κεριά τους, ενώ αυτοί μένουν μέσα στις θολωτές κυψέλες καταπίνοντας τον ξένο κόπο. Τέτοιο κακό για τους θνητούς άνδρες έφτειαξε ο Δίας, που βροντά από ψηλά, τις γυναίκες, συντρόφους κακών έργων, κι έδωκε άλλο ένα κακό για το καλό που πήραν. Όποιος αποφεύγει τον γάμο και τα βάσανα για τη φροντίδα της γυναίκας και δεν θέλει να παντρευτεί και να φτάσει στα καταραμένα γεράματα χωρίς να έχει κάποιον να τον γηροκομήσει, τότε δεν θα στερηθεί το βιός του, αλλά μετά το θάνατό του θα μοιραστούν την περιουσία του μακρινοί συγγενείς. Όποιος πάλι του ΄γραψε η μοίρα να παντρευτεί και να πάρει σύντροφο φρόνιμη και λογική, και τότε σ’ όλη του τη ζωή θ’ αγωνίζεται να ισοφαρίσει το κακό με το καλό. Όποιου πάλι του’ τυχε γέννημα ολέθριο, ζει έχοντας στα στήθεια του, στη ψυχή και στην καρδιά αβάσταχτο πόνο, που είναι κακό αγιάτρευτο. Επειδή δεν είναι δυνατό να ξεγελάσει κανείς το νου του Δία, ούτε να του ξεφύγει, έτσι ούτε ο γυιός του Ιαπετού, ο άκακος Προμηθεύς. Ξέφυγε απ΄την τρομερή οργή του, και παρά τη σοφία του, εξαναγκάστηκε να τον κρατούν βαρειά δεσμά. Τον Βριάρεω, τον Κόττο και τον Γύη, τους μίσησε ο πατέρας τους (ο Ουρανός) απ΄την πρώτη μέρα, και τους έδεσε με γερά δεσμά, φθονώντας την ασύγκριτη ανδρεία τους, το παρουσιαστικό τους και το ανάστημά τους και τους έχωσε μέσα στην πλατειά γη. Εκεί κατοικούσαν μέσα στον πόνο, βαθειά στα έσχατα της γης, στα πέρατα της μεγάλης γης, με μεγάλο πόνο στη ψυχή και μαυρισμένη την καρδιά. Αλλά ο γυιός του Κρόνου και οι άλλοι θεοί που γέννησε η ομορφομάλλα Ρέα απ΄τον έρωτα του Κρόνου, ακολουθώντας τη συμβουλή της Γαίας, τους ανέβασαν πάλι στο φως. Γιατί αυτή τους εξιστόρησε με λεπτομέρεια ότι μόνο μαζί μ’ εκείνους θα έπαιρναν τη νίκη και τη λαμπρή δόξα.


Γιατί πολεμούσαν για πολύ καιρό έχοντας βαρύ πόνο, συγκρουόμενοι μεταξύ τους σε δυνατές μάχες, οι Τιτάνες οι θεοί, κι όσοι γεννήθηκαν απ’ τον Κρόνο, οι μεν λαμπροί Τιτάνες απ’ τη ψηλή Όθρυ, οι δε θεοί οι δωρητές των αγαθών, που γέννησε η ομορφομάλλα Ρέα απ’ τον έρωτα του Κρόνου, απ’ τον Όλυμπο. Αυτοί τότε έχοντας ανάμεσα τους οργή που τους έτρωγε την καρδιά, πολεμούσαν συνεχώς δέκα ολόκληρα χρόνια, και δεν φαινόταν καμμιά λύση ή τέλος στη φοβερή έριδα, αλλά και για τους δυο το τέλος του πολέμου ήταν μακρυνό και αβέβαιο. Όταν όμως τους πρόσφεραν (στους Εκατόγχειρες) όλα τα απαραίτητα, νέκταρ και αμβροσία, αυτά που τρων’ οι θεοί, τότε στα στήθεια τους φούσκωσε η ρωμαλέα τους ψυχή. (Μόλις δοκίμασαν το νέκταρ και τη γλυκειά αμβροσία) τότε τους είπε ο πατέρας ανθρώπων και θεών: «Ακούστε με λαμπρά τέκνα της Γαίας και τ’ Ουρανού, για να σας πω όσα με προστάζει η ψυχή μέσα απ’ τα στήθεια μου. Πολύ καιρό τώρα πολεμούμε ολημερίς μεταξύ μας, οι Τιτάνες οι θεοί, κι όσοι γεννηθήκαμε απ’ τον Κρόνο, για τη νίκη και την επιβολή. Τώρα εσείς δείξτε τη μεγάλη ισχύ και τ’ ανίκητα χέρια σας στην τρομερή μάχη εναντίον των Τιτάνων, έχοντας στη μνήμη σας την άδολη αγάπη μας κι όσα έχετε πάθει, και πως απ΄τη δική μας θέληση ήλθατε πάλι στο φως, απ’ τ’ ανυπόφορα δεσμά σας μέσα στον ζόφο τον σκοτεινό». Έτσι είπε και του απάντησε αμέσως ο άψογος Κόττος: «Θεέ, δεν μας λες κάτι άγνωστο. Γνωρίζουμε ότι υπερέχεις στον νου και στη γνώση και πως προστατεύεις τους αθάνατους θεούς απ΄την παγωμένη κατάρα. Και πως χάρη στη γνώση σου γυιέ του Κρόνου βασιλιά, αναπάντεχα ήλθαμε πάλι εδώ λυμένοι απ’ τ’ αμείλικτα δεσμά μας, μέσα απ’ τον σκοτεινό ζόφο. Γι’ αυτό και τώρα, μ’ ανεπιφύλακτη ψυχή και με προσεκτική σκέψη, θ’ αγωνιστούμε για να επικρατήσεις στον φοβερό πόλεμο, πολεμώντας τους Τιτάνες σε σκληρές μάχες». ‘Ετσι είπε και τον επάινεσαν οι θεοί οι δωρητές των αγαθών, μόλις άκουσαν τα λόγια του. Κι η ψυχή τους ποθούσε περισσότερο τώρα τον πόλεμο παρά πριν. Κι όλοι, θεές και θεοί, σήκωσαν τη μέρα εκείνη μάχη που δεν θα τη ζήλευες, οι Τιτάνες οι θεοί κι όσοι γεννήθηκαν απ΄τον Κρόνο, τους οποίους ο Ζευς έφερε στο φως απ΄το υποχθόνιο Έρεβος, φοβεροί και δυνατοί, έχοντας ακατανίκητη ισχύ. Απ΄τους ώμους τους τινάζονταν εκατό χέρια κι απ΄τον ώμο του καθενός πενήντα κεφάλια ξεφύτρωναν στα στιβαρά μέλη τους. Και τότε στάθηκαν αντίκρυ στους Τιτάνες μέσα στη σκληρή μάχη, κρατώντας στα στιβαρά χέρια τους τεράστιους βράχους. Κι απ’ την άλλη, οι Τιτάνες πύκνωναν τις φάλλαγες τους γοργά κι έδειχναν και οι δυο πλευρές το μπορούσαν να κάνουν με την ισχύ των χεριών τους. Και βούιζε φοβερά τριγύρω ο απέραντος Πόντος, η γη σείστηκε δυνατά, κι ο αχανής Ουρανός αναστέναξε σαλεύοντας. Απ’ την ορμή των αθανάτων, ο ψηλός Όλυμπος σειόταν απ’ τις ρίζες, και βαρύς σεισμός έφτανε μέχρι τον ομιχλώδη Τάρταρο, απ΄το τρομερό ποδοβολητό κι απ’ τον απερίγραπτο κρότο που έκαναν οι φοβερές βολές που έριχναν. Κι έριχναν πικραμένοι βολές ο ένας στον άλλον, κι οι φωνές τους ακούγονταν μέχρι τον γεμάτο αστέρια ουρανό, καθώς κραύγαζαν. Ώσπου συγκρούστηκαν αλαλάζοντας τρομερά. Κι ο Δίας τότε, δεν μπορούσε να κρατήσει πια το μένος του, η ψυχή του πλημμύρισε μ’ ορμή, κι έδειξε σ’ όλους την παντοδυναμία του. Κατέβαινε απ΄τον Ουρανό κι απ’ τον Όλυμπο, ρίχνοντας ακατάπαυστα αστραπές, κι απ΄ το στιβαρό χέρι του έπεφταν συνέχεια οι κεραυνοί μαζί με βροντές και αστραπές, στροβιλίζοντας τη ιερή φλόγα. Και γύρω η ζωοδότρα γη, βογγούσε καθώς καιγόταν και τα μεγάλα δάση έτριζαν ζωσμένα απ΄τη φωτιά. Έβραζε η γη ολόκληρη και τα ρέματα του Ωκεανού κι η ακένωτη θάλασσα. Και καυτή πνοή τύλιγε τους χθόνιους Τιτάνες κι η φλόγα ανέβαινε μέχρι τον θείο αιθέρα, κι όσο δυνατοί κι αν ήταν τους τύφλωνε η κατάλευκη λάμψη του κεραυνού και της αστραπής. Και ζέστη πρωτόφαντη χύθηκε μέσα στο Χάος. Κι αυτό που έβλεπαν τα μάτια και άκουγαν τ’ αυτιά, ήταν σαν να έσμιγαν από πάνω η Γαία και ο πλατύς Ουρανός. Τέτοιος θα ήταν ο θόρυβος αν αυτή συντριβόταν κι αυτός έπεφτε από ψηλά. Τόσος ήταν ο κρότος καθώς συγκρούονταν οι θεοί. Και οι άνεμοι, παίρνοντας μέρος βουίζοντας, έσμιγαν το χώμα, τη σκόνη, τη βροντή, την αστραπή και τον φλογερό κεραυνό, και τα βέλη του μεγάλου Δία, και φέρναν τις ιαχές και τις πολεμικές κραυγές ανάμεσα τους. Και το τρομερό βουητό της μάχης σηκώθηκε απ’ τη μεγάλη σύγκρουση, κι ήταν ξεκάθαρη η δύναμη αυτών που γινόταν. Κι έγειρε η μάχη ενώ μέχρι αυτήν την ώρα, μένοντας στην ίδια θέση, χτυπιόταν σε φοβερές συγκρούσεις. Ανάμεσα στους πρώτους, ξεσήκωσαν άγρια μάχη ο Κόττος, ο Βριάρεως και ο Γύης, αχόρταγος για πόλεμο, οι οποίοι έρριξαν τρακόσιους βράχους, τον ένα πισ’ απ’ τον άλλον, με τα στιβαρά χέρια τους. Και με τις βολές τους σκέπασαν τους Τιτάνες και τους ξαπόστειλαν κάτω απ’ τη πλατειά γη και τους έδεσαν τα χέρια με πικρά δεσμά, όταν τους νίκησαν, κι ας είχαν γενναία ψυχή. Τόσο βαθειά μέσα στη γη όσο απέχει ο ουρανός απ΄τη γη (γιατί τόσο είναι απ’ τη γη μέχρι τον σκοτεινιασμένο Τάρταρο). Εννιά νύχτες κι εννιά μέρες χάλκινο αμόνι πέφτοντας απ’ τον ουρανό, φτάνει στη γη τη δεκάτη. Κι εννιά πάλι νύχτες κι εννιά μέρες χάλκινο αμόνι πέφτοντας απ΄τη γη τη δεκάτη θα φθάσει στο Τάρταρο. Τριγύρω τον περιζώνει χάλκινος φραγμός και γύρω απ΄τον λαιμό του χύνεται η νύχτα με τρεις σειρές από σκοτάδι. Κι από πάνω φυτρώνουν οι ρίζες της γης και της ακένωτης θάλασσας. Εκεί ‘ναι καταχωνιασμένοι οι Τιτάνες οι θεοί, κάτω απ΄τον ομιχλώδη ζόφο, απ΄τη θέληση του Δία που μαζεύει τα νέφη, (σε τόπο μουχλιασμένο, στα έσχατα της πελώριας γης). Να βγουν είναι αδύνατο, γιατί ο Ποσειδώνας τοποθέτησε χάλκινες πύλες και τείχος το περιτριγυρίζει από παντού. Εκεί κατοικούν ο Γύης, ο Κόττος και ο γενναιόψυχος Βριάρεως, φύλακες πιστοί του Δία που κρατά την ασπίδα.


Εκεί στη σειρά, της μαύρης γης και του κατασκότεινου Τάρταρου και του ατέλειωτου Πόντου και του ουρανού που είναι γεμάτος αστέρια, βρίσκεται η αρχή και το τέλος, τόποι μουχλιασμένοι που τους αποφεύγουν ακόμη κι οι θεοί, χάσμα μεγάλο, που αν κάποιος περάσει απ’ τις πύλες του, δεν θάφτανε στον πυθμένα του ούτε σ’ ένα χρόνο. Αλλά θα τον πήγαινε από δω κι από κει φοβερή θύελλα πάνω στη θύελλα. Αυτό το φαινόμενο είναι φοβερό ακόμα και για τους αθανάτους. Εκεί βρίσκεται ο οίκος της σκοτεινής Νύχτας ζωσμένος απ’ τα μαύρα σύννεφα. Μπροστά της, ο γυιός του Ιαπετού, σηκώνει με το κεφάλι, και τ’ ακούραστα χέρια του τον πλατύ ουρανό, χωρίς να λυγίζει. Εκεί η Νύχτα και η Ημέρα συναντιούνται και αλληλοχαιρετιούνται, περνώντας το χάλκινο σκαλοπάτι. Η μια μπαίνει μέσα κι η άλλη βγαίνει έξω, γιατί ποτέ και τις δυο μαζί δεν τις σηκώνει το σπίτι. Αλλά ενώ η μια είναι έξω και περιφέρεται στη γη, η άλλη μένει μέσα και περιμένει την ώρα της για να βγει. Η μια κρατώντας το Φως που το βλέπουν όλοι, κι η άλλη η ολοσκότεινη Νύχτα, τυλιγμένη σε μαύρο σύννεφο, έχοντας στα χέρια της τον Ύπνο τον αδελφό του Θανάτου. Εκεί είναι η κατοικία των παιδιών της μαύρης Νύχτας, του Ύπνου και του Θανάτου, θεοί φοβεροί που ποτέ σ’ αυτούς ο λαμπερός Ήλιος δεν ρίχνει τις ακτίνες του, ούτε όταν ανεβαίνει στον ουρανό, ούτε όταν κατεβαίνει απ’ αυτόν. Ο ένας απ’ αυτούς, ήρεμος και γλυκός τριγυρίζει τη γη, και την απέραντη θάλασσα ενώ ο άλλος έχει καρδιά από σίδερο και ψυχή χάλκινη κι ανελέητη μέσα στα στήθεια του, κι όποιον αρπάξει απ’ τους ανθρώπους δεν τον αφήνει κι είναι εχθρός ακόμα και στους αθάνατους θεούς. Εκεί μπροστά υψώνονται τα βροντερά ανάκτορα του πανίσχυρου Άδη και της φοβερής Περσεφόνης κι ένας τρομερός σκύλος τα φυλάει μπροστά, αδυσώπητος με πανούργο τέχνασμα. Σ’ όσους έρχονται κουνά την ουρά και τα δυο αυτιά του φιλικά, όμως πάλι να βγει έξω δεν τον αφήνει, αλλά παραφυλάει και τρώει όποιον πιάσει να βγαίνει έξω απ’ την πύλη (του πανίσχυρου Άδη και της φοβερής Περσεφόνης). Εκεί κατοικεί η μισητή για τους αθάνατους, η φοβερή Στύγα, η μεγαλύτερη θυγατέρα του Ωκεανού που τα ρέματα του κυλούν κυκλικά. Κατοικεί μακρυά απ’ τους θεούς, σε ξακουστά ανάκτορα σκεπασμένα με ψηλούς βράχους. Και τριγύρω κολώνες ασημένιες τα στηρίζουν στον ουρανό. Καμμιά φορά έρχεται η θυγατέρα του Θαύμαντα η γοργοπόδαρη Ίρις, να φέρει κάποιο μήνυμα απ’ την απέραντη θάλασσα. Όποτε σηκωθεί καυγάς κι έχθρα ανάμεσα στους αθάνατους κι όποιος απ’ όσους κατοικούν στα Ολύμπια δώματα ψεύδεται, ο Ζευς στέλνει την Ίριδα να φέρει από μακρυά τον μέγα όρκο των θεών, το φημισμένο παγωμένο νερό μέσα σε χρυσή στάμνα, που κυλά από ψηλό, κρεμαστό βράχο. Κι είναι παρακλάδι του ιερού ποταμού του Ωκεανού, που κυλά άφθονο μέσα στη μαύρη νύχτα, κάτω απ’ τη πλατειά γη. Γιατί έχει μερδικό το ένα δέκατο. Τα άλλα εννιά γύρω απ’ τη γη και την απέραντη θάλασσα με δίνες ασημένιες τα περικυκλώνει (ο Ωκεανός) και χύνεται στη θάλασσα, κι αυτό το ένα δέκατο, κυλά απ’ τον βράχο κι είναι συμφορά μεγάλη για τους θεούς. Όποιος απ’ τους αθάνατους που κατέχουν την Κορφή του χιονισμένου Ολύμπου ορκιστεί ψεύτικα χύνοντας το νερό, για ένα ολόκληρο χρόνο κείτεται χωρίς πνοή. Και δεν φέρνει ποτέ νέκταρ και αμβροσία για να τραφεί, αλλά κείτεται χωρίς ανάσα και φωνή πάνω στα στρωσίδια και τον τυλίγει μια τρομερή παράλυση. Κι όταν περάσει η αρρώστεια ύστερα από έναν μακρύ χρόνο, τον περιμένουν άλλα κι άλλα, φοβερώτερα βάσανα. Εννιά χρόνια μένει χωρισμένος απ’ τους θεούς που ζουν αιώνια κι ουδέποτε παίρνει μέρος στα συμβούλια και στα συμπόσια, για εννιά ολόκληρα χρόνια. Στον δέκατο όμως παίρνει πάλι μέρος στα συμβούλια των αθανάτων που έχουν τα Ολύμπια ανάκτορα. Τέτοιο όρκο έθεσαν οι θεοί στο άφθαρτο και παμπάλαιο νερό της Στύγας που τρέχει μέσα σε τραχύ τόπο. (Εκεί στη σειρά,της μαύρης γης και του κατασκότεινου Τάρταρου και του ατέλειωτου Πόντου και τ’ ουρανού που είναι γεμάτος αστέρια, βρίσκεται η αρχή και τέλος, τόποι μουχλιασμένοι που τους αποφεύγουν ακόμη κι οι θεοί. Εκεί είναι οι μαρμάρινες πύλες και το ακλόνητο χάλκινο κατώφλι, στερεωμένο σε ρίζες χωρίς τέλος, μακρυές, που βρίσκεται εκεί από πάντα. Εκεί μπροστά, μακρυά απ’ όλους τους θεούς, κατοικούν οι Τιτάνες, πέρα απ’ το ζοφερό χάος. Ενώ οι ξακουστοί σύντροφοι του βροντερού Δία ο Κόττος και ο Γύης, κατοικούν σε δώματα στα θεμέλια του Ωκεανού. Και τον Βριάρεω, για τη γενναιότητα του, τον έκαμε γαμπρό του ο βαρύκτυπος Γαιοσείστης (ο Ποσειδώνας) και του έδωσε γυναίκα του την Κυμοπόλεια, τη δική του θυγατέρα.


Μόλις έδιωξε ο Δίας τους Τιτάνες απ’ τον ουρανό, η πελώρια Γαία, γέννησε τον τελευταίο γυιό της τον Τυφωέα σμίγοντας με τον Τάρταρο για χάρη της χρυσής Αφροδίτης. Τα χέρια του ήταν φτειαγμένα για έργα που χρειαζόταν δύναμη και τα πόδια του κρατερού θεού ήταν ακούραστα. Κι απ’ τους ώμους του έβγαιναν εκατό φιδίσια κεφάλια, δράκου τρομερού, και μαύρες γλώσσες που έγλειφαν. Κι απ’ τα μάτια των φοβερών κεφαλιών, κάτω απ΄τα φρύδια έβγαινε φλογερή φωτιά, (κι απ’ όλα τα κεφάλια καθώς κοίταζε καιγόταν φωτιά). Κι έβγαιναν απ’ όλα τα τρομερά κεφάλια φωνές κάθε είδους, αφήνοντας απερίγραπτο βουητό. Γιατί άλλοτε μιλούσε έτσι που να καταλαβαίνουν οι θεοί, κι άλλοτε με φωνή αγέρωχη σαν βρυχηθμό περήφανου ταύρου που τίποτα δεν σταματά την ορμή του. Άλλοτε σαν σκληρόκαρδο λιοντάρι, άλλοτε σαν σκυλάκια, θαύμα να τ΄ακούς, κι άλλοτε πάλι σφύριζε κι αντηχούσαν τα μακρυά βουνά. Κι εκείνη τη μέρα θα συνέβαινε ένα γεγονός ανεπανόρθωτο, θα γινόταν δηλαδή αυτός βασιλιάς σε θνητούς κι αθανάτους, αν δεν τον αντιλαμβανόταν ο οξυδερκής πατέρας θεών και ανθρώπων. Και βρόντησε σκληρά και δυνατά, κι αντήχησε τρομακτικά τριγύρω η Γη, και ο πλατύς Ουρανός από ψηλά, και ο Πόντος και τα ρέματα του Ωκεανού και τα Τάρταρα τη γης.
Και κάτω απ’ τ’ αθάνατα πόδια του άρχοντα που σηκωνόταν, τραντάζόταν ο μέγας Όλυμπος και στέναζε η γη. Κι απ΄τους δυό φοβερή ζέστη κυρίεψε τον σκοτεινό πόντο, απ’ τη βροντή και την αστραπή, κι απ’ τη φωτιά που έβγαινε απ’ το πελώριο τέρας (μανιασμένοι άνεμοι και φλογερός κε- ραυνός), και κόχλαζε ολ’ η γη, ο ουρανός κι η θάλασσα. Κι από παντού μαίνονταν πελώρια κύμα- τα στις ακτές, απ’ την ορμή των αθανάτων, κι ένας σεισμός ατέλειωτος σηκώθηκε. Έτρεμε ο Άδης που είναι άρχοντας στους νεκρούς του κάτω κόσμου, και οι Τιτάνες μέσα στον Τάρταρο, που βρίσκονται γύρω απ’ τον Κρόνο (απ’ το ατέλειωτο βουητό και τον φοβερό αγώνα). Ο Ζεύς, όταν κορυφώθηκε η ορμή του, και πήρε τα όπλα, τη βροντή, την αστραπή και τον καπνογόνο κεραυνό, τον χτύπησε πηδώντας απ’ τον Όλυμπο κι έκαψε ένα γύρω όλα τα απερίγραπτα κεφάλια του φοβερού τέρατος. Κι όταν τον δάμασε απ’ τα χτυπήματα, έπεσε κομματιασμένος κι αναστέναξε η πελώρια γη. Κι απ’ αυτόν τον κεραυνωμένο άρχοντα, ξεπήδησε φλόγα, μέσα στα σκοτεινά και βραχώδη φαράγγια του βουνού όπου είχε πληγωθεί. Και σε μεγάλη έκταση καιγόταν η πελώρια γη, μέσα σε απερίγραπτους ατμούς, κι έλοιωνε σαν κασσίτερος ζεσταμένος από ικανούς τεχνίτες σε καλοτρυπημένες χοάνες, ή σαν σίδερο που είναι το πιο στέρεο, και που μέσα στα φαράγγια του βουνού, δαμασμένο απ’ τη φλογερή φωτιά, λοιώνει στο θεϊκό χώμα, απ’ την τέχνη του ΄Ηφαιστου. Έτσι έλοιωνε κι η γη απ’ τη λάμψη της φλογερής φωτιάς. Και τον έριξε (ο Δίας) με ψυχή θυμωμένη μέσα στον απέραντο Τάρταρο. Απ’ αυτόν, τον Τυφώνα, βγαίνει η υγρή ορμή των ανεμών όταν φυσούν, εκτός απ’ τον Νοτιά, τον Βοριά και τον Ζέφυρο που φέρνει ξαστεριά, γιατί αυτοί έχουν γεννηθεί απ’ τους θεούς, καλό μεγάλο για τους θνητούς. Οι άλλοι άστατα φυσούν μεσ’ τη θάλασσα. Είναι αυτοί που ρίχνονται μέσα στον ομιχλώδη πόντο, κακό μεγάλο για τους θνητούς, και μαίνονται σ’ άγρια θύελλα. Και φυσούν εδώ κι εκεί σκορπίζοντας τα καράβια και πνίγοντας τους ναυτικούς. Και σ’ αυτό το κακό δεν βοηθά η παλληκαριά των ανδρών, αν τους συναντήσουν (τους ανέμους) στην ανοιχτή θάλασσα. Άλλοι άνεμοι πάλι πάνω στην ανθόσπαρτη και άπειρη γη, καταστρέφουν τα ωραία έργα των ανθρώπων που γεννήθηκαν χαμηλά, γεμίζοντας τα με σκόνη κι οδυνηρή βουή. Όταν λοιπόν οι μακάριοι θεοί κανόνισαν με τη βία τις διαφορές τους για τα αξιώματα με τους Τιτάνες, τότε παρώτρυναν τον πανεπόπτη Δία τον Ολύμπιο, να βασιλεύει και να άρχει με τις συμβουλές της Γης, μέσα στους αθάνατους. Κι ο Ζευς, ο βασιλιάς των θεών, πρώτη γυναίκα του πήρε τη Μήτιδα που γνώριζε περισσότερα απ’ τους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους. Όταν όμως ήταν να γεννήσει τη γλαυκομάτα θεά Αθηνά, τότε εξαπατώντας την λαρδιά της με δόλο και γλυκόλογα, την έρριξε στην κοιλιά του, κατά πως τον συμβούλεψε η Γη και ο γεμάτος αστέρια Ουρανός. Και τον συμβούλεψαν έτσι για να μη πάρει άλλος απ’ τους αιώνιους θεούς το βασιλικό αξίωμα. Γιατ’ ήταν πεπρωμένο να γεννήσει παιδιά γεμάτα φρόνηση. Πρώτη τη γλαυκομάτα κόρη την Τριτογένεια, ορμητική και με σοφή σκέψη, όσο κι ο πατέρας της. Έπειτα έμελλε να γεννήσει έναν γυιό, με ακατανίκητη ψυχή, που θα γινόταν βασιλιάς θεών κι ανθρώπων. Αλλά πρόλαβε ο Ζευς και την έρριξε μέσα στην κοιλιά του, για να του λέει η θεά τα καλά και τα κακά που τον περιμένουν. Δεύτερη (γυναίκα) πήρε τη λαμπρή Θέμιδα που γέννησε τις Ώρες, την Ευνομία, τη Δίκη και την ανθοστολισμένη Ειρήνη, που ρυθμίζουν τα έργα των θνητών ανθρώπων, και τις Μοίρες, που τους έδωσε ο σοφός Δίας τη μεγαλύτερη τιμή, την Κλωθώ, τη Λάχεσι και την Άτροπο, που δίνουν στους θνητούς ανθρώπους και τα καλά και τα κακά.


Και η Ευρυνόμη η θυγατέρα του Ωκεανού, με το ποθητό παρουσιαστικό, του γέννησε τις τρεις ομορφομάγουλες Χάριτες, την Αγλαϊα, την Ευφρο- σύνη και την αξιαγάπητη Θάλεια (απ΄τα βλέφαρά τους καθώς κοιτούσαν, έσταζε ο έρωτας που παραλύει τα μέλη, τόσο όμορφο είναι το βλέμμα τους κάτω απ΄τα φρύδια τους). Έπειτα ήλθε στο κρεβάτι της πολυθρέφτρας Δήμητρας που γέννησε τη λευκοχέρα Περσεφόνη, την οποία άρπαξε απ΄τη μάνα της ο Αϊδωνέας αφού συμφώνησε να την πάρει ο σοφός Ζευς. Μετά αγάπησε την ομορφομάλλα Μνημοσύνη, απ’ την οποία γεννήθηκαν οι εννιά χρυσοστεφανωμέ- νες Μούσες, που τους αρέσουν οι γιορτές και η χαρά του τραγουςδιού. Η Λητώ, σμίγοντας ερωτικά με τον Δία που κρατά την ασπίδα, γέννησε τον Απόλλωνα και την Άρτεμη τη γρήγορη τοξεύτρα, τον πιο γοητευτικό γόνο απ’ όλους τους Ουρανίωνες. Τελευταία, πήρε γυναίκα του τη θαλερή Ήρα, που σμίγοντας ερωτικά με τον βασιλιά θεών και ανθρώπων, γέννησε την Ήβη, τον Άρη και την Ειλειθύια. Κι ακόμη ο ίδιος απ’ το κεφάλι του Γέννησε τη γλαυκομάτα Τριτογένεια, τη φοβερή, που ξεσηκώνει μάχες κι οδηγεί στρατούς, την ακαταπόνητη, τη σεβαστή, που την ευχαριστούν οι κρότοι των πολέμων και των μαχών. Η Ήρα, χωρίς να ενωθεί ερωτικά με κανέναν, επειδή θύμωσε και μάλωσε με τον άνδρα της, γέννησε τον ξακουστό Ήφαιστο που ήταν απ’ όλα τα εγγόνια τ’ Ουρανού ο πιο επιδέξιος. Απ’ την Αμφιτρίτη και τον βροντερό Κοσμοσείστη (τον Ποσειδώνα), γεννήθηκε ο μεγάλος και ισχυρότατος Τρίτων, που κατέχει τον πυθμένα της θάλασσας και μαζί με την αγαπημένη του μητέρα και τον άνακτα πατέρα του κατοικεί ο δείνος θεός σε χρυσά ανάκτορα. Μετά με τον Άρη που σπάει τις ασπίδες, γέννησε η Κυθέρεια τους φοβερούς Φόβο και Δείμο, που κλονίζουν μαζί με τον πορθητή Άρη τις πυκνές φάλαγγες των ανδρών, στον παγερό πόλεμο, και την Αρμονία που πήρε γυναίκα του ο μεγαλόκαρδος Κάδμος. Στον Δία η κόρη του Άτλαντα η Μαία, αφού ανέβηκε στο ιερό κρεβάτι, γέννησε τον περίφημο Ερμή, τον κήρυκα των αθανάτων. Και η Σεμέλη, η θυγατέρα του Κάδμου, σμίγοντας ερωτικά μαζί του, γέννησε ξακουστό γυιό, τον περιχαρή Διόνυσο, αθάνατος αυτός από θνητή (μητέρα), τώρα όμως κι οι δυο είναι θεοί. Η Αλκμήνη γέννησε τον ισχυρό Ηρακλή, σμίγοντας ερωτικά με τον Δία που μαζεύει τα σύννεφα. Την Αγλαϊα τη νεώτερη απ’ τις Χάριτες, έκαμε θαλερή γυναίκα του ο ξακουσμένος Κουτσός. Ο Χρυσομάλλης ο Διόνυσος τη ξανθή Αριάδνη, τη θυγατέρα του Μίνωα, έκαμε θαλερή γυναίκα του. Κι αυτήν ο γυιός του Κρόνου την έκανε αθάνατη κι αγέραστη.

Την Ήβη τη θυγατέρα του μεγάλου Δία και της χρυσοπέδιλης Ήρας ο γενναίος γυιός της ομορφοστράγαλης Αλκμήνης, ο Ηρακλής, αφού τελείωσε τους βαρυστέναχτους άθλους, την πήρε σεβαστή γυναίκα του, στον χιονισμέννο Όλυμπο, ευτυχισμένος που κατόρθωσε τόσο μεγάλο έργο και κατοικεί ανάμεσα στους αθάνατους ασφαλής κι αγέραστος για πάντα. Στον ακούραστο Ήλιο, γέννησε η δοξασμένη Ωκεανίδα Περσηίς, την Κίρκη, και στον βασιλιά Αιήτη. Και ο Αιήτης, ο γυιός του Ήλιου που φωτίζει τους Ανθρώπους, παντρεύτηκε με τον θέλημα των θεών, την κόρη του Ωκεανού, του τέλειου ποταμού, την ομορφομάγουλη Ιδυία. Κι αυτή υποταγμένη, γέννησε από έρωτα την ομορφοστράγαλη Μήδεια, για χάρη της χρυσής Αφροδίτης. Και τώρα χαίρετε εσείς που κατέχετε τα Ολύμπια παλάτια, και σεις νησιά και στεριές κι η αλμυρή θάλασσα ανάμεσα σας. Και τώρα, Μούσες Ολύμπιες γλυκόλαλες κόρες του Αιγίοχου Δία, τραγουδήστε τις θεές που αν και αθάνατες πλάγιασαν με θνητούς άντρες και γέννησαν τέκνα όμοια με θεούς. Η Δήμητρα, η ιερή θεά, σμίγοντας από γλυκό έρωτα με τον ήρωα Ιάσιο, σε χωράφι τρεις φορές οργωμένο μέσα στην πλούσια Κρήτη, γέννησε τον καλότυχο Πλούτο, που τριγυρίζει σ’ όλη τη γη και στην πλατειά θάλασσα, κι όποιον συναντήσει και πέσει στα χέρια του, τον κάνει πλούσιο και του δίνει πολλά αγαθά.


Και στον Κάδμο η Αρμονία, η θυγατέρα της χρυσής Αφροδίτης, γέννησε την Ινώ, τη Σεμέλη, την ομορφομάγουλη Αγαυή και την Αυτονόη, που την παντρεύτηκε ο μακρυμάλης Αρισταίος, και τον Πολύδωρο, στην ομορφοστεφανωμένη Θήβα. (Η Καλλιρόη η κόρη του Ωκεανού, σμίγοντας εξ αιτίας του έρωτα της πολύχρυσης Αφροδίτης με τον δυνατόψυχο Χρυσάορα, γέννησε γυιό, τον δυνατώτερο απ’ όλους τους θνητούς, τον Γηρυόνη, που τον σκότωσε ο ισχυρός Ηρακλής, για τις στριφτόποδες αγελάδες στην Ερύθεια που τη ζώνει η θάλασσα από παντού). Και στον Τιθωνό, γέννησε η Ηώς τον Μέμνονα, με το χάλκινο κράνος, τον βασιλιά των Αιθιόπων και τον άρχοντα Ημαθίωνα. Έπειτα για τον Κέφαλο έφερε έναν ξακουσμένο γυιό, τον δυνατό Φαέθοντα, άντρα όμοιο με τους θεούς. Αυτόν όταν ακόμα ήταν τρυφερό λουλούδι, στη λαμπρή του νιότη, παιδί με τρυφερή ψυχή, τον άρπαξε η χαμογελαστή Αφροδίτη, και στους ιερούς ναούς της τον έλανε φύλακα τη νύχτα, αυτό το πνεύμα το θεϊκό. Την κόρη του Αιήτη, του βασιλιά που ανατράφηκε απ΄ τον Δία, ο γυιός του Αίσονα με τις βουλές των αιώνιων θεών, την άρπαξε απ’ τον Αιήτη, αφού εξετέλεσε τους βαρυστέναχτους άθλους, που τους πολλούς τους πρόσταξε ο Πελίας ο μεγάλος βασιλιάς, ο αλαζονικός κι ο άδικος, ο αυθάδης, με τις βαριές πράξεις. Κι όταν τους εξετέλεσε έφθασε στην Ιωλκό, ύστερα από πολλούς κόπους, φέρνοντας στο γρήγορο καράβι την παιχνιδομάτα κόρη (τη Μήδεια), ο γυιός του Αίσονα και την έκανε θαλερή γυναίκα του. Κι αυτή υποταγμένη στον Ιάσονα, τον οδηγητή των λαών, γέννησε ένα παιδί τον Μήδειο, που τον ανάθρεψε στα βουνά ο Χείρων ο γυιός της Φιλύρας. Έτσι πραγματοποιόταν το μεγάλο σχέδιο του Δία. Έπειτα απ’ τις κόρες του Νηρέα, του γέροντα της Θάλασσας, η Ψαμάθη η λαμπρή θεά, γέννησε τον Φώκο με τον έρωτα του Αιακού, χάρη στη χρυσή Αφροδίτη. Η ασημοπόδαρη Θέτις υποταγμένη στον Πηλέα, γέννησε τον Αχιλλέα τον λεοντόκαρδο, που σπάει τις φάλαγγες του εχθρού. Κι η ομορφοστεφανωμένη Κυθέρεια σμίγοντας από Γλυκό έρωτα με τον ήρωα Αγχίση, γέννησε τον Αινεία, στις πολύπτυχες κορφές της δασωμένης Ίδης. Η Κίρκη, η θυγατέρα του ΄Ηλιου του γυιού του Υπερίωνα, γέννησε από έρωτα στον γενναιόψυχο Οδυσσέα, τον Άγριο και τον Λατίνο τον άψοχο και τον κρατερό, (γέννησε και τον Τηλέγονο, για χάρη της χρυσής Αφροδίτης). Αυτοί πολύ μακρυά μέσα στον μυχό των ιερών νήσων, βασίλευαν σ’ όλους τους δοξασμένους Τυρρηνούς. Κι η Καλυψώ, η λαμπρή θεά, γέννησε τον Ναυσίθοο και τον Ναυσίνοο, σμίγοντας με τον Οδυσσέα από γλυκό έρωτα. Αυτές λοιπόν οι θεές, που αν και αθάνατες πλά- γιασαν με θνητούς άντρες και γέννησαν τέκνα όμοια με θεούς. Τώρα όμως τραγουδήστε τις γενιές των γυναικών, γλυκόλαλες Μούσες Ολυμπιάδες, θυγατέρες του Δία του Αιγίοχου.