Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ

Τη Δήμητρα, την ομορφόμαλλη σεμνή θεά, να ψάλλω

αρχίζω, και τη λιγναστράγαλη μαζί της θυγατέρα,

που ο βροντερόφωνος, βαρύχτυπος αφήκε ο Δίας τον Άδη

να την αρπάξει απο τη Δήμητρα την ομορφοκαρπούσα,

με τις βαθύζωνες ως έπαιζε του Ωκεανού τις κόρες.

Λουλούδια μάζωνε, τριαντάφυλλα και ζαφορά και γιούλια

και μενεξέδες κι αγριοζούμπουλα, στο μαλακό λιβάδι,

και νάρκισσο-παγίδα που όρισεν ο Δίας η γης να βάλει

στην κόρη τη λουλουδοπρόσωπη για του Άδη το χατήρι

κι απ' ομορφιά τολούλουδο άστραφτε, και σάστισαν που το'δαν

όλοι, θνητοί μαζί κι αθάνατοι τι απο μιά ρίζα μόνο

ψηλά εκατό λουλουδοκέφαλα του ξεπετούσαν κι όλα

γλυκιά ευωδιά τρογύρα εξέχυναν. Θωρώντας το γελούσαν

τα ουράνια πλάτη, η γης ολάκερη και τ' αρμυρό το κύμα.

Κι η κόρη εθάμπωσε, μα ως άπλωνε τα χέρια της, να κόψει

τέτοιο ακριβό στολίδι, η διάπλατη μπροστά της γης εσκίστη,

στο Νύσιο κάμπο, και πετάχτηκε στ' αθάνατα άλογά του

ο γιος του Κρόνου ο μυριονόματος και μυριοδεξιμιάρης.

Στο αμάξι το χρυσό την άρπαξε και τράβηξε, άθελά της

κι αυτή ψιλή θρηνώντας έσυρε φωνή, κι ανακαλιόταν

το γιο του Κρόνου, τον πατέρα της, πο υστέκει απάνω απ' όλους.

Μα τη φωνή της μήτε αθάνατοι μήτε θνητοί γρικήσαν,

μηδέ κι οι Νύμφες, στις λαμπρόκαρπες ελιές που ζούνε μέσα.

Η Εκάτη μοναχά, η καλόγνωμη και στραφτομαντηλούσα,

μέσα στο σπήλιο της την άκουσεν, η κόρη του Περσαίου,

κι ο ρήγας Ήλιος, του Υπερίονα τοξακουστό βλαστάρι,

την κόρην άκουσε που εφώναζε: "πατέρα γιέ του Κρόνου!"

Μ' αυτός μακριά απ' τους άλλους κάθονταν θεούς και προσδεχόταν

σε ναό πολύπληθο περίλαμπρες απ' τους θνητούς θυσίες.

Κι εκείνη στ' άτια του τ' αθάνατα την έσερνε άθελά της,

μύριων αφέντης, μυριονόματος και μυριοδεξιμιάρης

τι έτσι ο αδερφός του ο Δίας το θέλησε να γίνει, ο γιός του Κρόνου.

Όση ώρα αντίκρυζαν τα μάτια της τ' αστράτα ουράνια ακόμα,

της γης, το μυριοθορυβούμενο και ψαροθρόφο κύμα

και τις αχτίδες του ήλιου, κι ήλπιζε τη σεβαστή της μάνα

για και κανένα απ' τους αθάνατους μπροστά της ν' αντικρύσει,

τόσο κι η ελπίδα δεν την άφηνε, και μ' όλο τον καημό της.

Τα κορφοβούνια ωστόσο αντήχησαν και του πελάου τα βάθη

απ' τη φωνή της την αθάνατη κι η σεβαστή της μάνα

την άκουσε, κι ο πόνος θέρισε βαρύς τα σωθικά της.

Ξεσκίζει το κεφαλομάντηλο στα θεία μαλλιά της πάνω,

στους ώμους γύρω σκοτεινόχρωμο φορεί μαντί με βιάση

και πήρε σαν πουλί στις θάλασσες και στις στεριές να τρέχει

ίδια τρελή μα δεν το θέλησε μήτε θνητός κανένας

μηδέ θεός αυτό που εγίνηκε να της το μολογήσει,

μηδέ πουλί το μαύρο εσίμωσε μαντάτο να της φέρει.

Εννιά μερόνυχτα τριγύριζεν η θεία Δηώ στον κόσμο

δαδιά αναμμένα στα δυό χέρια της κρατώντας, και στο στόμα

φαΐ, κρασί να βάλει αθάνατο δεν είπε απ' τον καημό της,

να γλυκαθεί, κι ουδέ που λούστηκε να φράνει το κορμί της.

.........................................................................................................

Πιο μαύρη πίκρα, πιο άγρια εφούντωσε μες στην καρδιά της τότε,

κι ως είχε με το μαυροσύγνεφο του Κρόνου υγιό χολιάσει,

αφήκε των θεών τη μάζωξη στον Όλυμπο το μέγα,

και στων θνητών τα κάστρα τράβηξε και τα παχιά χωριάφια,

το πρόσωπό της ασκημίζοντας άντρας κανείς, γυναίκα

βαθύζωνη καμιά δεν ένιωσε θεά πως είχε ομπρός της,

ωσότου πήγε στου πολέμαρχου του Κελεού το σπίτι,

στην Ελευσίνα που βασίλευε τη μυρωμέη τότε.

.................................................................................................................

Κι ως μπήκε, στο κατώφλι επάτησε κι ως το ταβάνι υψώθη

η κεφαλή της, και πλημμύρισε με φως θεϊκό τις πόρτες.

Τα'χασα, δείλιασε η βασίλισσα, κιτρίνισε απ' το φόβο,

κι απ' το θρονί της προσηκώθηκε, για να καθήσει εκείνη

.........................................................................................................

Τότε η θεά, τα χέρια απλώνοντας τ' αθάνατα, το γιό της

στο μυρωδάτο κόρφο εδέχτηκε, και χάρηκε η μητέρα.

Έτσι η θεά το γιό τον έμνοστο του Κελεού, που του'χε

η ομορφόζωνη Μετάνειρα γεννήσει, στο παλάτι

πήρε κι ανάσταινε δεν του 'δινε το στήθος να βυζάξει,

μηδέ ψωμί, μες στην αγκάλη της τον ράτα, του φυσούσε

γλυκά το πρόσωπο, κι αθάνατους γονιούς λες κι είε μύρο

θεϊκό τον άλειβε, τον τράνευεν ίδια θεός εκείνος.

Και κάθε νύχτα, σα δαυλόξυλο, κρυφά απο τους γονιούς του

σε δυνατή φωτιά τον έχωνε, κι εκείνοι οι δυό σαστίζαν

να τον θωρούν το πώς μεγάλωνε, με τους θεούς παρόμοιος

κι αλήθεια αγέραστο κι αθάνατο θα τους τον είχε κάνει,

αν η ομορφόζωνη Μετάνειρα μια νύχτα δεν κοιτούσε,

στην αμυαλιά της, απ' την κάμαρα την μοσκοβολισμένη

παραφυλάγοντας και χτύπησε με θρήνους τα μεριά της,

για το παιδί της ως φοβήθηκε -πού βαρύ το λάθος.

...................................................................................................

Η τιμημένη εγώ είμαι η Δήμητρα, που τρισμεγάλη φέρνω

πάντα σε ανθρώπους και σε αθάνατους βοήθεια κι αναγάλλια.

Τώρα ναό τρανό και δίπλα του βωμό σιμά στην πόλη

και στον καστρότειχο το απόγκρεμο θέλω ο λαός σας όλος

ψηλά σε λόφο, στο Καλλίχορο πιο πάνω, να μου χτίσει.

Μα τις γιορτές εγώ μονάχη μου θα ορίσω, να μπορείτε

πάντα με αγνές θυσίες να μ' έχετε καλόγνωμη μαζί σας.

Σαν είπε αυτά η θεά, κι ανάστημα μεμιάς αλλάζει κι όψη,

τα γερατιά πετά και ζώνεται τρανή ομορφιά και νιότη

γλυκιά ευωδιά σκορπούν τα ρούχα της τα μοσκοβολισμένα,

κι ως πέρα της θεάς το αθάνατο κορμί φεγγοβολούσε

γεμάτο λάμψη, και στους ώμους της ξανθή κυλούσε η κόμη.

Και φως το στέριο σπίτι εγέμισε, σαν να'χε ξάφνου αστράψει.

..............................................................................................................

Και σαν τελέψαν κι απ' τον κάματο ξανάσαναν, κινούσαν

να πάει καθένας για το σπίτι του κι ωστόσο εκεί εκαθόταν

η ξανθή Δήμητρα δεν πήγαινε με τους θεούς τους άλλους,

για τη βαθύζωνη την κόρη της βαθιά της πικραμένη

και στους ανθρώπους μαύρη κι άραχλη χρονιά να πέσει αφήκε

σ' όλη τη γη την πολυβόσκητη δεν πέταξε απ' το χώμα

ούτ' ένα φύτρο: η καλοστέφανη, θεά τ' αφάνιζε όλα.

Του κάκου τα βόδια πλήθος έσερναν τ' αλέτρια στα χωράφια,

κι άδικα πλήθος σπόρος έπεσε μες στ' οργωμένο χώμα

κι αλήθεια τότε θα ξεκλήριζε για πάντα τους ανθρώπους,

με τη φριχτή την πείνα, θα'χαναν κι οι αθάνατοι για πάντα

και τις τιμές, ψηλά στον Όλυμπο, και τις τρανές θυσίες

μα το'δε ο Δίας και το κατάλαβε και βρήκε τι να κάνει:

την Ίρη πρω΄τα τη χρυσόφτερη προστάζει να φωνάξει

τη Δήμητρα την ομορφόμαλλη, την τρισχαριτωμένη.

Έτσι είπε ο Δίας, ο μαυροσύγνεφος του Κρόνου υγιός, κι εκείνη

τον άκουσε, κι ευτύς διαβαίνοντας γοργόπδη τα μάκρη,

γοργά στης Ελευσίνας έφτασε το μυρωμένο κάστρο

μες στο ναό θωρεί τη Δήμητρα τη μαυρομαντηλούσα

κι ως ήρθε ομπρός της με ανεμάρπαστα της συντυχαίνει λόγια:

- Ο Δίας πατέρας τώρα, Δήμητρα, που είναι οι βουλές του αιώνιες,

να πας εκεί που κι οι άλλοι αθάνατοι ζούνε θεοί σε κράζει.

Εμπρός λοιπόν, στα λόγια μου άκουσε, τι είναι απ' το Δία φερμένα.

Έτσι μιλούσε, μα της Δήμητρας δεν άλλαζε τη γνώμη.

.........................................................................................................

Κι ο Δίας ως έμαθε ο βαρύχτυπος πως δε γυρίζει πίσω,

κάτω στα σκότη το χρυσόραβδον Ερμή στον Άδη στέλνει,

γλυκά να του μιλήσει, η γνώμη του ν' αλλάξει και ν' αφήσει

η Περσεφόνη η αγνή απο τ' άραχνα να βγει σκοτάδια, απάνω

στο φως, οπού 'ναι κι οι άλλοι αθάνατοι, να πάψει το θυμό της

κι η Δήμητρα, τη θυγατέρα της σα δει κοντά της να'ρθει.

Κι ο Ερμής τον άκουσε και γρήγορα στης γης τα καταχθόνια

με βιάση πέταξε, απο του Ολύμπου κινώντας το παλάτι

καιτον επέτυχε να κάθεται το ρήγα υγιό τουΚρόνου

στη σεβαστή κοντά γυναίκα του μα εκείνη λαχταρούσε

τη μάνα της και δεν τον ήθελε, και στο θυμό της πάντα

να βρει γιατρειά στο νού της λόγιαζε στα που οι θεοί είχαν κάμει.

Και τότε ο Αργοφονιάς σιμώνοντας ο δυνατός μιλούσε:

-- Άδη, του Κάτω Κόσμου κύβερνε σκοτεινομάλλη, θέλει

την Περσεφόνη ο Δίας την έμνοστη να βγάλεις απ' τα σκότη,

να πάει κοντά τους, κι η μητέρα της σαν την ιδεί κοντά της

ν' αφήσει πια την άγριαν όργητα και το θυμό που θρέφει

στο στήθος της για τους αθάνατους τους άλλους νύχτα μέρα.

...............................................................................................................

Είπεν ο Ερμής, και χαμογέλασε του Κάτω Κόσμου ο ρήγας

μέσα στα φρύδια του κι υπάκουσε σοτ θέλημα του Δία

στην Περσεφόνη ευτύς τη φρόνιμη μιλώντας παραγγέλνει:

-- Στη μαυροφορεμένη μάνα σου γυρνώντας Περσεφόνη,

με καλοσύνη να με σκέφτεσαι γυρεύω και μ' αγάπη,

και μη μου θρέφεις άγριαν όχτρητα πιο απ' ό,τι θρέφουν οι άλλοι

Δεν έχεις άντρα εσύ για πέταμα, τι είμ' αδερφός του Δία

κι ίδια κοιλιά τους δυό μας γέννησε μην το ξεχνάς ποτέ σου.

........................................................................................................

Είπε, κι η Περσεφόνη η φρόνιμη μες στην πολλή χαρά της

ψηλά επετάχτη αναγαλλιάζοντας μα εκείνος απο ρόδι

γλυκό σπυρί να φάει της έδωκε, χωρίς να καταλάβει,

τι είχε στο νού του και δεν ήθελε για πάντα να του φύγει,

στη σεβαστή να πάει τη Δήμητρα τη μαυφορεμένη.

Παίρνει μετά και ζεύει μόνος του στ' ολόχρυσο τ' αμάξι

τ' αθάνατα άλογά του ο Πλούτωνας, που μύριος αφεντεύει.

Κι εκείνη ανέβηκε και δίπλα της ο Αργοφονιάς εστάθη,

με το μαστίγι και τα νιόλουρα στα χέρια το παλάτι

σε μια στιγμή το αφήνουν, τ' άλογα με προθυμιά ως πετούσαν.

.....................................................................................................

Σαν φτάσαν στο ναό που ευώδιαζε, να σταματήσουν είπε,

εκεί που η Δήμητρα περίμενεν η ομορφοστεφανούσα.

Κι ως είδε αυτή τη θυγατέρα της, ίδια μαινάδα εχύθη

κι η Περσεφόνη πάλι βλέποντας της μάνας της την όψη

την όμορφη, το αμάξι αφήνοντας και τ' άλογα, με βιάση

πήρε να τρέχει, ωσότου ρίχτηκε στην αγκαλιά της μέσα.

Μ' αυτή την ώρα που στα χέρια της την κόρφη της κρατούσε,

μεμιάς κακό στο νού της έβαλε και την επήρε ο φόβος,

κι αφήνοντας τα χάδια εμίλησε και τη ρωτάει να μάθει:

--Παιδί μου, κάτω ακόμα που ήσουνα μήπως εγεύτης κάτι;

Μίλα ανοιχτά, κι οι δυό να ξέρουμε μην το κρατάς κρυμμένο.

.....................................................................................................

Κι έδωσε απόκριση η πεντάμορφη μιλώντας Περσεφόνη:

-- Την πάσα αλήθεια τώρα, μάνα μου, να σου τη μολογήσω

ο πονηρός Ερμής σαν έφτασε γοργός, να πει να φύγω

απ' τα σκοτάδια, στους αθάνατους του άλλους και στο Δία

να πάω κοντά, και συ να μ' έβλεπες κοντά σου γυρισμένη,

ν' αφήσεις πια την άγριαν όργητα και το θυμό που θρέφεις,

ψηλά απο τη χαρά μου μου πήδησα μα εκείνος απο ρόδι

σπυρί, γλυκό σα μέλι, γύρεψε στο στόμα να μου βάλει,

να το φάω με βιάς ν' ανάγκασε, χωρίς εγώ να θέλω.

....................................................................................

Κι ο βροντερόφωνος, βαρύχτυπος του Κρόνου υγιός, ο Δίας.,

τη Ρέα τους 'στειλε μαντατοφόρα την ομορφομαλλούσα

................................................................................................

κι ως απαντήθηκαν, εχάρηκαν, η μια να ιδεί την άλλη,

και τότε ευτύς η Ρέα της μίλησεν η στραφτομαντηλούσα:

-- Ο βροντερόφωνος, βαρύχτυπος σε κράζει Δίας, παιδί μου,

να πας στους άλλουος τους αθάνατους, κι υπόσκεψη σου δίνει

όσες τιμές μες στους αθάνατους τους άλλους θέλις, να'χεις

κι όρισε, η Κόρη μες στο γύρισμα του χρόνου, στο σκοτάδι

το μαύρο κάτω μήνες τέσσερις να μένει, μα τους άλλους

οχτώ με σένα εδώ να βρίσκεται και τους θεούς τους άλλους.

.........................................................................................................

Είπε, κι η Δήμητρα την άκουσεν η ομορφοστεφανούσα,

κι αφήκε ευτύς τα παχιοχώματα χωράφια να καρπίσουν

και να γεμίσει η γης η απέραντη παντού κι ανθούς και φύλλα.

Κι αυτή για τους ρηγάδες κίνησε που ορθό κρατούν το δίκιο,

και πρώτα πρώτα τσον Τριπόλεμο, στον Κελεό το ρήγα.

Και στον Διοκλή τον πολεμόχαρο, στον Εύμολπο το μέγα,

και πως θυσίες να κάνουν έδειξε, ποιές οι σεμνές γιορτές της.

Δεν τις πατάει κανένας άνθρωπος, στο στόμα δεν τις πιάσει,

μηδέ ρωτά οι θεοί είν' τρισέβαστοι και πιάνεται η φωνή τους.

Όποιος θνητός τις δεί, τρισεύτυχος στη γης απάνω τούτη!

Μα ο που δεν είε και δεν έκανε θυσίες, δεν έχει μοίρα

καθώς εκείνος ζει στα Τάρταρα τα μαύρα, σαν πεθάνει.

Σαν έδωσε έτσι τις ορμήνεις της η Δήμητρα κινούσε

στον Όλυμπο και στους αθάνατους να πάει τους άλλους πάλι.

Εκεί στο Δία τον κεραυνόχαρο κοντά καθόνται οι δυό τους,

σεβάσμιες, τιμημένες. Ο άνθρωπος της γης αυτής που τύχει

ν' αγαπηθεί απ' αυτές ολόκαρδα, τρισεύτυχος για πάντα.

Τον Πλούτο γρήγορα του στέλνουνε, στο τζάκι του να κάτσει,

τον Πλούτο, στους θνητούς που αλόγιαστα βιός κι αγαθά χαρίζει.

Την Ελευσίνα που αφεντεύετε τη μοσκοβολημένη

και τον απόγκρεμο τον Άντρωνα και το νησί την Πάρο,

Δηώ, του χρόνου η μάνα, ρήγισσα λαμπρόκαρπη, σεβάσμια.

εσύ κι η Περσεφόνη η κόρη σου με τα περίσσια κάλλη,

για το τραγούδι αυτό καλόγνωμες χαρά και πλούτη στείλτε,

κι εγώ τραγούδι κι άλλο κάποτε στη χάρη σου θα ψάλλω.

(Μετάφραση:Ι.Θ. Κακρίδης)
Ο Ομηρικός Ύμνος «Εις Δήμητραν»

Κατά τον Ομηρικό Ύμνο, ο Άδης (Πλούτωνας) με τη συγκατάθεση του Δία άρπαξε την κόρη της Δήμητρας, την Περσεφόνη, κατά την στιγμή που αυτή συνοδεύονταν από τις Ωκεανίδες Νύμφες και έπαιζε και έδραττε άνθη από το Νύσσιον Πεδίον.

Η Δήμητρα άκουσε τις φωνές της αρπαζόμενης θυγατέρας και όρμησε μαινόμενη να την βρει. Επειδή όμως, κανείς δεν μπορούσε να της δώσει πληροφορίες, η Δήμητρα συνοδευόμενη από την Εκάτη, η οποία είχε ακούσει τις φωνές της Περσεφόνης επίσης, μετέβη στον γιο του Υπερίωνα, τον βασιλέα Ήλιο και τον παρεκάλεσε ως επόπτη των πάντων, να την πληροφορήσει τι απέγινε η θυγατέρα της.
Ο Ήλιος πράγματι, της είπε όλη την αλήθεια και η Δήμητρα οργίστηκε τόσο με τον Δία, ο οποίος επέτρεψε την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, ώστε δεν επέστρεψε στον Όλυμπο, αλλά μεταμορφωμένη σε γριά, περιπλανιόνταν στις πόλεις και στους αγρούς, αγνοούμενη από όλους.

Μετά από την περιπλάνηση αυτή, έφθασε στην Ελευσίνα, όπου κάθισε κάτω από την σκιά μιας ελιάς, κοντά σε ένα πηγάδι, που βρισκόταν δίπλα στο Παρθένιο Φρέαρ (βλ. Αγέλαστος Πέτρα). Στο φρέαρ αυτό κατέφθασαν μετά από λίγο, για να αντλήσουν νερό, οι 4 θυγατέρες του βασιλέα της Ελευσίνας Κελεού, η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη, η μεγαλύτερη απ’ όλες, οι οποίες βλέποντας την γριά, τη ρώτησαν ποιά είναι, πότε ήλθε και γιατί έμενε δίπλα από το πηγάδι και δεν πήγαινε στην πόλη για να φιλοξενηθεί.
Η Δήμητρα αποκρίθηκε, ότι καταγόταν από την Κρήτη, ότι είχε αιχμαλωτισθεί από ληστές στο λιμάνι της Κνωσσού και ότι μετά από εννέα ημέρες κατάφερε να δραπε- τεύσει, μόλις το πλοίο των ληστών έφτασε στο Θωρικόν, όπου είχε προσορμίσει. Στη συνέχεια, παρακάλεσε τις τέσσερις κόρες, να την συστήσουν σε κάποια οικία, στην οποία να υπηρετεί κατά δύναμη και δήλωσε ότι ήταν σε κατάσταση να αναθρέψει και νεογνά παιδιά, αν κάποιος ήθελε να της εμπιστευθεί κάποιο τέτοιο.

Τα άκουσαν αυτά οι θυγατέρες του Κελεού και η ωραιότερη από αυτές, η Καλλιδίκη, της απαρίθμησε τους έξι (6) άρχοντες της πόλης, που ήταν οι: Κελεός, Δόλιχος, Εύμολπος, Πολύξενος, Δίοκλος και Τριπτόλεμος και όλες μαζί, την παρακάλεσαν να παραμείνει δίπλα από το πηγάδι, ώσπου να αναγγείλουν τις ειδήσεις στη μητέρα τους Μετάνειρα, η οποία ήταν πιθανό να τη δεχτεί στην υπηρεσία της και να της αναθέσει την ανατροφή του νεογέννητου παιδιού της Δημοφώντα. Πράγματι, η Δήμητρα περίμενε και μετά από λίγο, οι θυγατέρες του Κελεού επέστρεψαν τρέχοντας, για να την παραλάβουν.

Εκείνη τις ακολούθησε και εισήλθε στο σπίτι του πατέρα τους. Με την είσοδο της θεάς στο παλάτι, τα πάντα πλημμύρισαν από Φως. Αυτό το γεγονός ήταν, που έκανε τη Μετάνειρα, να δεχτεί τη θεά ως τροφό του Δημοφώντα.

Η Μετάνειρα καθόταν στον θρόνο της και μόλις αντίκρισε τη θεά, σηκώθηκε να της προσφέρει τη θέση της, πράγμα που η Δήμητρα αρνήθηκε.
Η Ιάμβη, η υπηρέτρια, της πρόσφερε τότε ένα σκαμνί σκεπασμένο με λευκή σαν ασήμι προβιά, για να καθίσει. Η περίλυπος μητέρα Δήμητρα αρνήθηκε να δεχτεί το πλήρες οίνου ποτήρι, το οποίο της πρόσφερε η Μετάνειρα, λέγονταν ότι δεν είναι επιτρεπτό σε αυτήν να πίνει κρασί. Τότε, τα αστεία της υπηρέτριας Ιάμβης κίνησαν το πρώτο μειδίαμα της μέχρι τότε αγέλαστης και άσιτης θεάς, η οποία παρακάλεσε να της δοθεί ο κυκεώνας, δηλαδή ένα ρόφημα, ένα ποτό το οποίο δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς περιείχε.
Με το ρόφημα αυτό, η θεά έπαψε την μακροχρόνια αποχή της από τροφή και ποτό και ανέλαβε την ανατροφή του νεαρού Δημοφώντα, τον οποίο όμως, μεγάλωνε ως να ήταν θεός! Δεν τον έτρεφε με γάλα, όπως τρέφονταν τα άλλα βρέφη, αλλά κάθε βράδυ το μύρωνε με αμβροσία και φυσώντας το με την αναπνοή της, το περνούσε πάνω από τη φωτιά, σα δαυλό, διότι είχε σκοπό να το καταστήσει αθάνατο.
Και πράγματι, το παιδί έφτασε να μοιάζει με θεό, πράγμα που είχε παραξενέψει τους γονείς του. Η μητέρα του ένα βράδυ, παρακολούθησε τη θεά και είδε έντρομη να βάζει το παιδί της στη φωτιά. Τρομαγμένη τότε φώναξε: “… Γιε μου, η ξένη αφήνει εσένα στη φωτιά να χαθείς και μένα να βυθιστώ στη θλίψη …”
Η θεά τότε, οργισμένη και θυμωμένη με τη Μετάνειρα, απάντησε με τα παρακάτω λόγια, που μάλλον, κρύβουν και το μυστικό των μυήσεων!
“… Άνθρωποι ανίδεοι και μωροί, τη μοίρα που σας πέφτει καλή και αν είναι ή κακή,
δεν τη μαντεύετε!
Και συ πολύ παραπλανήθηκες με την αστοχασιά σου.
Δόξα θα χάριζα άφθαρτη στο λατρεμένο σου το γιο,
αθάνατο και αγέραστο θα σου τον είχα κάνει.
ΝΑΙ! Μα τον όρκο των θεών, τα’ αμάλαγο, άτεγκτο νερό της Στύγας!
Αλλά τώρα πια, του θανάτου τη μοίρα να τη γλιτώσει δε μπορεί στ’ αλήθεια.
Μα θα του δοθεί άφθαρτη δόξα και τιμές, αφού στα γόνατά μου κάθισε
και στην αγκαλιά μου έγειρε ν’ αποκοιμηθεί…
… Η τιμημένη Δήμητρα, θεών και ανθρώπων η χαρά το πιο τρανό χάρισμα,
εγώ είμαι, ΝΑΙ! …”
Συγχρόνως όμως, η Δήμητρα ζήτησε να της χτισθεί ναός κάτω από την Ακρόπολη και πάνω από το φρεάτιο του Καλλιχόρου, στον οποίο και αποσύρθηκε μετά την ταχύτατη ανοικοδόμησή του, αποφεύγοντας πάσα σχέση με τον κόσμο και κλαίγοντας για την τύχη της κόρης της.
Αλλά η πράξη αυτή της Δήμητρας επέφερε φρικτά αποτελέσματα.
Η γη έπαψε να βλασταίνει και μάταια οι άνθρωποι την καλλιεργούσαν και έσπερναν. Ο κίνδυνος να εξαφανισθεί το ανθρώπινο γένος από την πείνα και να στερηθούν οι θεοί τις θυσίες, τις οποίες ως τότε πρόσφεραν οι άνθρωποι σε αυτούς, φαίνονταν αναπότρεπτος. Αυτό, ανάγκασε τον Δία να στείλει τον ένα μετά τον άλλο όλους τους Ολύμπιους θεούς στην Ελευσίνα προς την Δήμητρα, για να την πείσουν να αλλάξει γνώμη και να επιστρέψει στον Όλυμπο μεταξύ των άλλων θεών.
Αυτή όμως, κατ' ουδένα τρόπο ήθελε να πεισθεί, προτού δει την αρπαγμένη κόρης της. Έγινε ανάγκη τότε, να κληθεί ο σύζυγος της Περσεφόνης με τον Ερμή, να επιτρέψει την άνοδό της, ώστε η Δήμητρα βλέποντας την κόρη της, να πάψει την οργή της.
Εκείνη την παράκληση δεν την απέκρουσε μεν ο θεός του Κάτω Κόσμου, προ της ανόδου όμως, της Περσεφόνης, της έδωσε να φάει καρπό ροιάς, ώστε να εξασφαλίσει την επιστροφή της σε αυτόν.
Γρήγορα και επί του άρματος του Πλούτωνα, οδηγούμενο από τον Ερμή, διένυσε η Περσεφόνη το μέχρις την Ελευσίνα διάστημα και παρουσιάστηκε στην μητέρα της.
Η εκ της συναντήσεως όμως χαρά μεταξύ μητέρας και κόρης δεν διάρκεσε πολύ, διότι ρωτώντας η Δήμητρα την Περσεφόνη αν είχε φάει κάτι πριν προ της αναχωρήσεως από τον Άδη, και ακούγοντας ότι υποχρεώθηκε να φάει καρπό ροιάς, αντιλήφθηκε ότι ήταν αδύνατο να έχει συνεχώς την κόρη της.
Η επάνοδος της Δήμητρας στον Όλυμπο φανόταν και πάλι δύσκολη. Με τη μεσολάβηση όμως, της Ρέας (της μητέρας του Δία, του Πλούτωνα και της Δήμητρας) επήλθε συμβιβασμός μεταξύ των θεών, κατά τον οποίο το ένα τρίτο (1/3) του έτους η Περσεφόνη όφειλε να μένει πλησίον του συζύγου της και τα άλλα δύο τρίτα (2/3) μεταξύ των Ολύμπιων θεών και δίπλα από τη μητέρα της, η οποία δέχθηκε με αυτούς τους όρους να επιστρέψει στον Όλυμπο.
Ευθύς αμέσως μετά την έξοδο της Δήμητρας από το ναό, η γη καλύφθηκε με χλόη και άνθη και άρχισε να παράγει καρπούς, η δε Δήμητρα έδειξε στους άρχοντες της πόλης Τριπτόλεμο, Διοκλή, Εύμολπο και Κελεό τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούσε να τελείται η λατρεία της, τα “Σεμνά Όργια”, τα οποία δεν επιτρεπόταν κατά κανένα τρόπο να φανερώνονται στους αμύητους.
Μιας και έκανα αναφορά στα Σεμνά Όργια, να αποσαφηνίσω την τόσο παρεξηγημένη λέξη Όργια.
Σύμφωνα με την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, την τόσο πλούσια σε λέξεις και νοήματα, η λέξη Όργια σημαίνει : “… μυστικαί τελεταί, μυστική λατρεία, τελούμενη αποκλειστικώς υπό των μυημένων εις την μυστικήν λατρείαν της Δήμητρος εν Ελευσίνι. Την ετυμολογία της λέξεως την βρίσκουμε στη λέξη Έργον, δηλαδή από την ΕΡΓΑΣΙΑΝ…”.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΑΠΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ
ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΙΚΟ ΥΜΝΟ
"ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ"

"ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ"



Συγγραφέας: Χάρης Μπαλόγλου

Εκείνοι που καταγίνονται με τη σπουδή του Εσωτερισμού γνωρίζουν ασφαλώς ότι οι Aγιες Γραφές των Αρχαίων Ελλήνων, δηλ. τα Eργα του Ομήρου, Ησιόδου, Πινδάρου, Ορφέα κ.α., γράφτηκαν για να διατηρήσουν την Εσωτερική Παράδοση. Δε γράφτηκαν για να χρησιμεύσουν μόνο για ψυχαγωγία των αναγνωστών ή σα βοηθήματα στη μελέτη της αρχαίας γλώσσας.

Αλλά οι τρομερές αποκαλύψεις των πιο πάνω αναφερομένων Μυστών, παραδίδονταν αποκλειστικά κατά τη Μύηση στους ορισμένους ώριμους και ηθικά εξελιγμένους. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος της εκμετάλλευσης των γνώσεων από πνευματικά κατώτερα άτομα. Γι' αυτό και τα έργα των Πνευματικών αρχηγών χρησιμοποίησαν το Επταπλό Kλειδί του Συμβολισμού, ώστε να διατυπώνουν μεν την αλήθεια, να αποκρύπτουν όμως το πραγματικό-εσωτερικό νόημα .

Αυτή η πραγματικότητα συμβαίνει και σήμερα. Η γνώση της ατομικής ενέργειας λ.χ., χρησιμοποιήθηκε σε βάρος της ανθρωπότητας από τους εξωτερικούς επιστήμονες. Μολαταύτα, κι εδώ επίσης διαπιστώνεις τη μυστικότητα στις έρευνες κι ίσως την επιτήρηση των ερευνητών στα άδυτα των εργαστηρίων.

Και η ατομική ενέργεια αποτελούσε μονάχα ένα τομέα της Γνώσης των μυστών της Αρχαιότητας. Δεν περιοριζόταν στα ελάχιστα που φανέρωσε ο Δημόκριτος και Λεύκιππος. Αυτοί ήταν μυημένοι που αποκάλυψαν όσα θεώρησαν ακίνδυνα. Αλλά η διδασκαλία του Πυθαγόρα στους Ιεροφάντες των Δελφών, σχετικά με τη χρήση της ατομικής ενέργειας σε ώρες κινδύνου, δείχνει, από την εφαρμογή της κατά την Περσική επιδρομή, ότι η γνώση της ήταν ουσιαστική και όχι θεωρητική ή ημιτελής.

Αν επομένως η ατομική-πυρηνική επιστήμη, συνιστούμε μια και μόνο πτυχή της Ιερής Γνώσης των μυστών, και αν η απόκτησή της από τους εξωτερικούς επιστήμονες, οδήγησε στην καταστροφική εκμετάλλευσή της, αναρωτιέται κανείς, τι θα προέκυπτε, αν ίσως ξέφευγαν κι άλλα τέτοιας ολκής μυστικά από τα άντρα των Μυήσεων, στον έξω κόσμο των ανώριμων και ανεύθυνων ανθρώπων.

Η αίσθηση ευθύνης των Μυημένων καθιερωτών των Μυστηρίων, όπως o Ορφεύς, θέσπισε το Επταπλό Κλειδί του Συμβολισμού, για τη σύνθεση των Ιερών Κειμένων. Αυτά πλάστηκαν με σκοπό τη διατήρηση της Γνώσης, κι όταν ο άνθρωπος έφτανε στην ωριμότητα, θα ανακάλυπτε τον τρόπο αποκωδικοποίησης των γραπτών, των εικόνων ή μνημείων. Η χρήση τότε της Γνώσης θα είχε εποικοδομητικό χαρακτήρα. Η ελεύθερη κοινοποίηση των αληθειών ήταν αυστηρότατα απαγορευμένη. Το Πλατωνικό: «ακάθαρτον γάρ καθαρού άπτεσθαι ου θεμιτόν» , και το «Φλέγξομαι οις θέμις εστί, θύρας δι επίθεσθε βεβήλοις», δείχνουν αρκετά την επιφύλαξη των Μυστηριακών Υπευθύνων.

Σήμερα όμως αναντίρρητα, η πραγματικότητα της άνεσης μέσο της υλιστικής τεχνολογίας, πείθοντας για τη μονομερή αξία της Ύλης, οδηγεί στη γνωστή φρενική αποχαλίνωση. Ο αδαής και αστόχαστος πιστεύει στην αξία και μόνο του παρόντος χρόνου μιας ευτυχίας, μέσα στον παράδεισο των υλικών ανέσεων.

Μια απλή νύξη λοιπόν, για την ανεξαρτησία μας από τις χίμαιρες του τεχνολογικού υλισμού, είναι απαραίτητη, χάρη της εξισορρόπησης. Κι έχομε τη γνώμη, ότι η ανεξαρτοποίηση μας από την προσωρινότητα της φθαρτής Ύλης, ξεσκεπάζεται με την υπόδειξη - αποκάλυψη, έστω και ελαχίστων, από εκείνα που κρύβονται στα απρόσιτα, αδιαφήμιστα και όντως ανερμήνευτα, Κείμενα των Ελλήνων Πνευματικών Αρχηγών.

Αδιαμφισβήτητα, ο Αρχαιοελληνικός Πολιτισμός, αντίθετα από το σημερινό, προσανατολιζόταν στο μήνυμα του "ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ". Κι αν ο εξωτερικός μορφικός εαυτός, ήδη τυχαίνει γνωστός, τότε το Δελφικό ρητό σημαίνει: "ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΕΣΩΤΕΡΟ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ". Συνεπώς, κάθε εξωστρεφής γραμματολογικός τρόπος προσέγγισης με τα Μηνύματα των Ελλήνων, αποτελεί επιδερμική απόπειρα.. Χρειάζεται η Μεταφυσική - Εσωτεριστική αξίνα για την ανασκαφή των θαμμένων ναών.

Σαν παράδειγμα της αποκωδικοποίησης των διαφορετικά ακατανόητων συμβολισμών, διάλεξα δύο αποσπάσματα από το έργο «ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ » του Ησιόδου. Η εργασία αυτή, αποτελεί απλά τμήμα κεφαλαίου, συνοπτικά διασκευασμένο, από το βιβλίο μας που σχολιάζει τον Ομηρικό Ύμνο « ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ » .

«Και δια παρθενικής απαλόχροος ου διοίσιν,
ήτε δόμων έντοσθε φίλη παρά μητέρι μίμνει
ου πω έργα ιδυία πολυχρύσου Αφροδίτης,
ευ τε λοεσσαμένη τέρενα χρόα και λιπ΄ελαίω
χρισάμενη μύιη καταλέξεται ένδοθι οίκου
ήματι χειμερίω, ότ΄ ανόστεος όν πόδα τένδει
εν τ΄απύρω οίκω και ήθεσι λευγαλέοισιν ».

Σε μετάφραση

« Και δε φυσομανάει (ενν. Ο Βοριάς), απάνω στην τρυφερή παρθένα,
που μένει μέσα στο σπίτι μαζί με την καλή της μάνα, αμάθητη
ακόμα σχετικά με τα έργα της χρυσής Αφροδίτης, και που λούζει
το απαλό της το κορμί, αλείφεται με λάδι και ξαπλώνει σε δωμάτιο
εσωτερικό του σπιτιού κάποια μέρα χειμωνιάτικη, όταν
ο ανόστεος (ενν. ο δίχως οστά), τραγανίζει το πόδι του στο
σπίτι του, που δεν έχει καν φωτιά, μέσα στο ελεεινό του κονάκι »

Με την ανάγνωση του αποσπάσματος, αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, ότι δεν εννοεί τα πάντα. Κάτω από τα αινιγματικά λόγια κρύβονται Γνώσεις Εσωτερισμού, και μόνο με αυτές αποκαλύπτεται η ουσία.. Και για να είμαστε ειλικρινείς, η δική μας ερμηνεία ,που ακολουθεί, αφορά μόνο μια πλευρά του Επταπλού αποσυμβολισμού.

Η «τρυφερή παρθένα» αλληγορεί την Ουσία, που είναι γνωστή σαν «Κουνταλίνι». Αυτή, για τους περισσοτέρους από μας, παραμένει αδρανής μέσα στον αιθερικό σάκο της, στο Ιερόν Οστούν, στον κόκκυγα. Μένει στην αρχική της κατάσταση παγοποιημένη. Δεν έχει βγει από την εστία της (=μάνα). Δεν έχει περάσει από την «οδό» που φέρνει στα 'Ανω. Η «οδός» είναι ένας αιθερικός αγωγός με το όνομα Σουχιούμνα. Αν είχε φτάσει στην Ουσία ως πάνω, ως την κορυφή του κεφαλιού, θα είχε ενωθεί με την 'Αρρενα Αρχή, στο κέντρο αποθήκευσης της Ενέργειας – τσάκρα (=τροχό), που λέγεται Σαχασράρα. Για τον αναγνώστη, που δε γνωρίζει τη Σανσκριτική ορολογία, πληροφορούμε ότι οι τροχοί (=τσάκρας), στον αιθερικό άνθρωπο, είναι επτά. Ο κατώτατος στον κόκκυγα, λέγεται Μουλαντάρα. Εκεί φυλάγεται η Κουνταλίνι. Το ανώτατο τσάκρα, στην κορυφή, είναι η Σαχασράρα.

'Οταν η Κουνταλίνι ανέβει ως πάνω, γίνεται η ένωσή της με την 'Αρρενα Αρχή, τον Σίβα. Επειδή λοιπόν η «παρθένα» δεν έχει κάνει αυτή την ένωση, το Γάμο, γι'αυτό και ο Ησίοδος τη συμβολίζει έτσι. Τονίζει ότι είναι αμάθητη στα γαμήλια έργα της Αφροδίτης. Φυσικά, η ένωση έχει πνευματικό χαρακτήρα, είναι η «σύμφυσης» των δύο Αρχών, του Νεοπλατωνικού Πορφυρίου.

«Η χειμωνιάτικη μέρα» του ποιήματος, σημαίνει τη χρονική διάρκεια, κατά την οποία η Ουσία, (κουλουριασμένη σαν το φίδι, 3½ κύκλους), μένει μόνη, στην κοκκυγική εστία. Η τυχόν ένωσή της θα πυροδοτούσε ολόκληρη την ανθρώπινη υπόσταση και η «χειμωνιάτικη μέρα» θα γινόταν «ανοιξιάτικη».

Ο αινιγματικός «Ανόστεος», που προβλημάτισε τους ξένους μελετητές (εξάλλου κανένας 'Ελληνας ως τώρα δεν καταπιάστηκε με τη σχολίαση των Ομηρικών κ.α. Ύμνων) σημαίνει την Ουσία, την αποθηκευμένη στο σάκο του Ιερού Οστού. Φυσικά, η αιθερική υπόστασή της, δεν έχει «κόκαλα» (=οστά), και γι'αυτό ονομάστηκε αλληγορικά «Ανόστεος». Λόγοι για την παραπλάνηση του αμύητου επέβαλαν να αποκληθεί η Ουσία την πρώτη φορά «παρθένα», και τη δεύτερη «Ανόστεος». Το «σπίτι» του δευτέρου είναι ίδιο με της «παρθένας», γι'αυτό και η συγκυρία της ταυτόχρονης αναφοράς τους. Ο χαρακτηρισμός «ελεεινό κονάκι», γίνεται σε σύγκριση με το ύψος του ανωτάτου τσάκρα, του ΧΡΥΣΟΥ, όπου τελείται ο Γάμος. Για τον ίδιο λόγο και η προϊσταμένη του Γάμου, η Αφροδίτη, λέγεται «χρυσή». Κι όταν λέγεται ότι ο Ανόστεος «τραγανίζει το πόδι του», εννοούν ότι εξακολουθεί η Ουσία να διατηρεί την κυκλική της μορφή. Δηλαδή το κεφάλι, δαγκώνει την ουρά (=πόδι). Είναι ο Ουροβόρος 'Οφις των Αλχημιστών. 'Οταν εκταθεί και ισιώσει γίνεται το ΕΝΑ. Η κυκλόμορφη στάση δείχνει παθητικότητα: ΜΗΔΕΝ, θνητότητα.

Ο «Ανόστεος» δεν είναι ούτε … «χταπόδι», μα ούτε και «καλαμάρι», όπως γράφουν σε αγγλική υποσημείωση σχολίων. Είναι αστείο και το υποθέτει κανείς και ασυμβίβαστο με όποια λογική. Αλλά η εξωτερική γνώση αδυνατεί να εισχωρήσει σε υπερβατικές ερμηνείες. Καταλήγει πάντα σε αδιέξοδο.

Το «σπίτι» του Ανόστεου στερείται φωτιάς. Γιατί η Ουσία μέσα στο σάκο, μένει παγοποιημένη. Γι'αυτό και η σκηνογραφία με το χειμώνα και το Βοριά που λυσσομανάει. Σίγουρα ο «Βοριάς» συμβολίζει την κάθοδο της Πράνας (αιθερικού αέρα), από την ειδική υποδοχή στο κεφάλι, που ονομάζεται Σουτράτμα. Να αναφέρουμε επίσης ότι δεν ταυτίζονται τα 7 τσάκρας με τους ενδοκρινείς αδένες. Τα τσάκρας απλά τους τροφοδοτούν. Δίχως την παροχή αύτη, ο αδένας ασθενεί. Από το Βοριά (=κεφαλή), η Ουσία-πράνα κατέρχεται προς τα κάτω (Νότος), και ένα τρίτο της αποθηκεύεται στον κόκκυγα. Εξάλλου:

«και δια παρθενικής απαλόχροος ου διάησιν» (στ.519)

Αυτό σημαίνει, ότι με όλη του την ορμή ο «Βοριάς», δεν αγγίζει βλαπτικά καθόλου την «απαλή παρθένα», που λούζεται και αλείφεται αρώματα μέσα στο σπίτι της. Αλληγορικά: ετοιμάζεται για την ένωση.

Θα συνεχίσουμε τώρα με το β', απόσπασμα:

« Αλλ΄όποτ΄άν φερέσικος από χθόνος αμ΄φυτά βαίνει
Πληιάδας φεύγων, τότε δη σκάφος ουκέτι οινέων
Αλλ΄άρπας τε χαρασσέμεναι και δμώας εγείρει,
Φεύγειν δε σκιερούς θώκους και επί ηόα κοίτον
ώρη εν αμήτου, ότε τ΄ηέλιος χρόα κάρφει.
Τημούτος σπεύδειν και οίκαδε καρπόν αγίγειν
όρθρου ανιστάμενος ίνα βίος άρκιος είη. (571 – 576)

Μετάφραση:

«Αλλά όταν εκείνος που κουβαλάει το σπίτι του σκαρφαλώνει
από τη γη πάνω στα φυτά, για να ξεφύγει τις Πλειάδες,
τότε δεν είναι πια καιρός να σκάβεις τ'αμπέλια, αλλά
να ακονίζεις τα δρεπάνια σου και να ξεσηκώνεις τους
σκλάβους σου. Απόφευγε τα καθίσματα σε ισκιερούς
τόπους, όπως και το να κοιμάσαι ίσαμε την αυγή, κατά την
εποχή της συγκομιδής, όταν ο ήλιος κατακαίγει το σώμα.
Τότε να εργάζεσαι και να φέρνεις στο σπίτι τους καρπούς
Σου, όντας όρθιος από το χάραμα, για να εξασφαλίσεις τα
προς το ζην»

«Εκείνος που κουβαλάει το σπίτι του» αλληγορεί τον «Ανόστεο». Σαν το σαλιγκάρι (=φερέοικος), ελικοειδώς ανεβαίνει στον αιθερικό αγωγό, (Σουχιούμνα), και συνδέει τον κόκκυγα με την κορυφή. Ο αγωγός συμβολίζεται με «φυτό».

Η κυριολεκτική αντίληψη των στίχων, δεν οδηγεί σε κανένα συμπέρασμα. Γιατί, πως τάχα θα ξεφύγει ο Ανόστεος (φερέοικος) από τις πλειάδες, με μιαν αναρρίχηση; Μήπως οι Πλειάδες βρίσκονται στο έδαφος ; Και γιατί να «τις αποφύγει»;… Ολοφάνερα ΑΛΛΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ κρύβονται. Ο «φερέοικος» συμβολίζει την ανερχόμενη Ουσία. Με τον όρο «Πλειάδες» υπονοείται η Πολλαπλότητα του μορφικού κόσμου. ( Πλείων = συγκρ. του πολύς - πλειότερος, περισσότερος. Λεξικό Σταματάκου σελ. 797)

Η Πολλαπλότητα διάκειται δυσμενώς προς την ενότητα. Φυσικά, πρόκειται για αντίθεση προς το ταξίδι της επιστροφής στην Ενοποίηση. Αυτή είναι η αιτία που ο «φερέοικος» αποφεύγει τις Πλειάδες σκαρφαλώνοντας στο φυτό. Με τις Πλειάδες αλληγορούν το χαμηλό, πολυσύνθετο κόσμο των «πολλών» και των χωρισμένων. Η σωτηρία άρα είναι στην Ανάβαση που οδηγεί στον Ενοποίηση.

Συνεπώς, όταν η εποχή της Ανύψωσης έχει αρχίσει, δεν είναι καιρός να ασχολείσαι με την καλλιέργεια. Αυτό γίνεται όταν η Ουσία «κοιμάται» ή «λούζεται». Τώρα, που ξεκίνησε το ταξίδι για 'Ενωση, δεν ταιριάζει να «σκάβεις τα αμπέλια». Τα αμπέλια είναι αναρριχώμενα, όπως ο «φερέοικος», ο «Ανόστεος» και η «παρθένα». Με τα αμπέλια συμβολίζεται ο Διόνυσος. Ο Εσωτερικός Εαυτός που τώρα ξεκινά την 'Ανοδο στην Εκδήλωση. 'Εχει ξεπερασθεί το «σκάψιμο» πια. Πρέπει να σε απασχολεί το ξεσήκωμα των δυνάμεων (=δούλοι), για την προώθηση της Ουσίας. Τα «δρεπάνια» είναι η δυνατότητα αποκοπής από το Χρόνο.

Αν ο Ησίοδος συνιστά να μην κάθεσαι σε τόπους ισκιερούς, εννοεί ότι ο ήδη φωτιζόμενος άνθρωπος, πρέπει να αποφεύγει κάθε σκότος. Αν δεν εννοεί αυτό, τότε υπάρχει αντίφαση. Γιατί, πως μας συνιστά να «αποφύγουμε τη σκιά», ενώ σύγκαιρα ξέρει ότι κατά την εποχή συγκομιδής: «ο ήλιος κατακαίγει το σώμα», άρα η ερμηνεία ξεπερνά την κυριολεκτική.

Αν συνιστά επαγρύπνηση, αποφυγή «ύπνου», γιατί τώρα άρχισε η δράση προς την Ενότητα. Η «συγκομιδή» αφορά την συλλογή των καρπών που προέρχονται από τους κόπους αποφυγής των «Πλειάδων».

Θα δώσουμε ακόμα εδώ, για ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ίσως, έναν αποσυμβολισμό θέματος που κρύβεται στον Ομηρικό Ύμνο ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑ. Η θεά καταφεύγει στην Ελευσίνα, γίνεται ΤΡΟΦΟΣ του Δημοφώντα, παιδιού του Κελεού και Ματάνειρας. Η αποκωδικοποίηση με το φυσιολογικό κλειδί, ξεσκεπάζει τις ως τώρα άγνωστες πτυχές του Ύμνου.

Εδώ, στο μύθο αυτό, έχουμε τη διαδικασία δημιουργίας ΘΥΡΟΞΙΝΗΣ στο θυρεοειδή αδένα – ή Βισχιούντα Τσάκρα. Η Δήμητρα είναι η ορμόνη τυροσίνη. Η τυροσίνη, ξέρουμε, κατεβαίνει από την υπόφυση – 'Αζνα Τσάκρα-, και φτάνει στο θυρεοειδή αδένα. Αυτός εκπροσωπεί το ανάκτορο της Ελευσίνας με τους δύο κλάδους, δηλ. το λατινικό V, (Visiouda), που αντιστοιχούν στον Κελεό (άρρενα), και στην Μετάνειρα (θήλεια).

Αφού φτάσει η τυροσίνη στον Θυρεοειδή αδένα, ενώνεται με τα αποθηκευμένα μόρια ιωδίου. 'Ετσι παράγεται η θυροξίνη, ορμόνη απαραίτητη στον μεταβολισμό. Η Δήμητρα κατεβαίνει από την Κρήτη (Κεφαλή - Υπόφυση ) και γίνεται ΤΡΟΦΟΣ του Δημοφώντα. Πρόκειται για την αποκάλυψη μέσα στον Ύμνο της διαδικασίας, μεταβολισμός - θρέψη, που πρωτοστατεί η Τυροσίνη για την δημιουργία της Θυροξίνης. Η αλληγορική καύση, συμβολίζεται με την κάθε βραδινή καύση του Δημοφώντα από την Θεά.

'Οταν η τυροσίνη επιτελέσει την ένωση με το αποθησαυρισμένο ιώδιο του θυρεοειδούς, ο αδένας (με την Μετάνειρα εκπρόσωπο) εμποδίζει τη Δήμητρα να ενώνεται με το ιώδιο, αφού η ακατάσχετη κάθοδος τυροσίνης δημιουργεί τον υπέρ-θυρεοειδισμό. 'Ετσι ο Ύμνος παριστάνει την Μετάνειρα να ανακόπτει το έργο της Δήμητρας.

Μονολότι, ομολογουμένως επιγραμματικά τα σχόλια αυτά, νομίζουμε ότι μπορούν να αποδείξουν τι είναι δυνατόν να αλληγορούν οι απλησίαστοι αυτοί Αρχαίοι Ελληνικοί στίχοι και η Παράδοση. Στα χέρια του κάθε ειλικρινούς ερευνητή είναι τα κλειδιά του συμβολισμού και του αποσυμβολισμού των μύθων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: