Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Ομήρου Οδύσσεια Ραψωδια η


Οδυσσέως είσοδος πρός Αλκίνουν.

Έτσι ο τρανός, πολύπαθος Δυσσέας προσευκόταν,
καθώς την κόρη φέρνανε στη χώρα τα μουλάρια.
Και ως έφτασε στα ξακουστά παλάτια του γονιού της,
στα ξώθυρα σταμάτησε, κι οι θεόμοιαστοι αδερφοί της,
5 ζυγώσανε και στάθηκαν και ξέζεψαν τα ζώα,
και τα καθάρια φέρανε φορέματα στον πύργο.
Πέρασε τότε η Ναυσικά στο θάλαμο της ίσια,
όπου η γριά Ευρυμέδουσα καλή φωτιά άναβέ της,
η συγυρίστρα που άλλοτε απ' την Απείρη πλοία,
10 τη φέρανε γοργόλαμνα και δώρο τήνε δώσαν
του Αλκίνου, πρώτος βασιλιάς σαν που ήταν τώ Φαιάκων,
και σα θεό τον άκουγαν· την κόρη είχε αναθρέψει,
αυτή, και τη φωτιά άναβε και τοίμαζε το δείπνο.
Τότε ο Δυσσέας σηκώθηκε στη χώρα να κινήση,
15 κι η Αθηνά καλόθελα του σκόρπισε κατάχνια,
μην τον ξανοίξη Φαίακας τρανόψυχος, κι αρχίση
λόγια να βγάζη αγγιχτικά, και να ρωτάη ποιός είναι.
Κι ό,τι έκανε στην πρόσχαρη τη χώρα να πατήση
τον ανταμώνει η Αθηνά, η θεά η γαλανομάτα,
20 αθώο κορίτσι μοιάζοντας που στάμνα κουβαλούσε.
Ομπρός του στάθη, κι ο τρανός τήνε ρωτά Οδυσσέας·
«Παιδί μου, μπορείς να με πάς στου Αλκίνου τα παλάτια,
του άντρα, που είναι ο βασιλιάς ετούτων των ανθρώπων;
Τυραννισμένος έρχουμαι και ξένος εδώ πέρα,
25 από λημέρια απόμακρα, κι απ' ,όσους κατοικάνε
τη χώρα και τη γής αυτή κανένα δε γνωρίζω.»
Κι η γαλανόματη η θεά γυρίζει και του κρένει·
«Θά σου τα δείξω, ξένε μου πατέρα, εγώ τα σπίτια
που μου ζητάς, τ' είναι σιμά στου άξιου του γονιού μου.
30 Έρχου σωπαίνοντας εσύ, κι εγώ μπροστά πηγαίνω·
κανέναν άλλον μην κοιτάς, και μη ρωτάς κανέναν,
γιατί τους ξένους τούτοι εδώ δεν τους πολυχωνεύουν,
κι άν κάποιος απ' αλλούθε ερθή, φιλίες δεν του ανοίγουν,
έχοντας θάρρος στα γοργά καράβια τους, που σκίζουν
35 τα πέλαα με τη συνεργιά του θεού του κοσμοσείστη,
που σαν πουλιά γοργοπετούν ή σαν του νου τη σκέψη.»
Είπε, κι ομπρός η Αθηνά ξεκίνησε με βιάση,
και πίσωθε στ' αχνάρια της ακολουθούσε εκείνος.
Κι οι Φαίακες δεν τον ένιωσαν οι θαλασσακουσμένοι,
40 ομπρός τους καθώς διάβαινε περνώντας απ' τη χώρα,
τί η όμορφη και φοβερή θεά Αθηνά τον είχε
ολόσκεπο από καταχνιά, ποθώντας το καλό του.
Και το λιμάνι θάμαζε με τα καράβια εκείνος,
τις αγορές που κάθουνταν οι ηρώοι, και τα μεγάλα
45 τα ξυλοσκέπαστα τειχιά, που θάμα ήταν μονάχο.
Και στα παλάτια τα λαμπρά του βασιλιά σα φτάσαν,
τότες του κρένει η Αθηνά, η θεά η γαλανομάτα·
«Νά τα τα σπίτια που ζητάς, ώ ξένε μου πατέρα·
θα βρής εκεί τους διόθρεφτους αφέντες στο τραπέζι·
50 ως τόσο κίνα μέσα εσύ, κι άς μη σε πιάνη φόβος·
άντρας με θαρρετή καρδιά σε κάθε καμωμά του
πιο άξιος πάντα θα φανή, κι άς έρχεται απ' αλλούθε.
Και πρώτα τη βασίλισσα θα βρής μες στα παλάτια·
τη λέν Αρήτη, κι έρχεται κι εκείνη από τους ίδιους
55 προγόνους που γεννήθηκε ο βασιλέας Αλκίνος.
Πρώτα ο Ναυσίθος ήρθε, ο γιός του σείστη Ποσειδώνα
και της Περίβοιας, που ήτανε περίσσια η ομορφιά της.
Κόρη του μεγαλόκαρδου Ευρυμέδοντα στερνή 'ταν
εκείνη, των περήφανων Γιγάντων βασιλέα.
60 Τούς έχασε τους άμυαλους, και χάθηκε κι εκείνος.
Μέ την Περίβοια πλάγιασε τότες ο κοσμοσείστης,
και το Ναυσίθο γέννησε, το ρήγα των Φαιάκων.
Δυό γιούς ετούτος γέννησε, Ρηξήνορα και Αλκίνο.
Και νιόπαντρος και δίχως γιό ο Ρηξήνορας σαν ήταν,
65 τον έκρουσε ο Απόλλωνας ο αργυροδοξαράτος,
και μόνη σπίτι του άφησε μιά κόρη, την Αρήτη·
αυτήν ο Αλκίνος έκαμε κατόπι σύγκλινή του,
και την τιμούσε όσο καμιά στον κόσμο δεν τιμιέται,
απ' όσες ζούν σε χέρια αντρός στα σπιτικά τους τώρα.
70 Θερμά τήνε λατρεύουνε, και τ' ακριβά παιδιά της,
κι ίδιος ο Αλκίνος, κι ο λαός, που σα θεά τη βλέπει
και γκαρδιακά τη δέχεται στη χώρα σα διαβαίνη.
Και μήτε λείπει στοχασιά ποτές από το νου της,
μόν' των αντρών που συμπονεί τις διαφορές τελειώνει.
75 Και σένα ά συμπονέση αυτή, πάλε θα δής μιά μέρα
τους φίλους σου και τους δικούς, και θα ξανάρθης πάλε
στο σπίτι τ' αψηλόσκεπο της γονικής σου χώρας.»
Αυτά είπε, και τραβά η θεά στ' ατρύγητα πελάγη,
κι απ' τη Σκερία την όμορφη φτάνει στο Μαραθώνα,
80 κατόπι στην πλατύδρομη τη χώρα της Αθήνας,
και μπαίνει στο στεριόχτιστο ναό του Ερεχτέα.
Ήρθε στου Αλκίνου τ' ακουστά παλάτια κι ο Οδυσσέας,
κι ο νούς του σάστιζε πρίν πάη στα χαλκωτά κατώφλια·
τί σα φώς ήλιου ή φεγγαριού στα μάτια του φαινόταν
85 του Αλκίνου του τρανόκαρδου το θεόρατο παλάτι.
Χαλκένιοι τοίχοι στέκονταν απ' το κατώφλι ως μέσα
στα βάθια, και ζωνόντανε με λαζουρί στεφάνι·
θύρες χρυσές σφαλνούσανε το στεριωμένο χτίριο,
με παραστάτες αργυρούς στο χαλκωτό κατώφλι,
90 με ανώφλι, ολάργυρο κι αυτό, και με χρυσή κρικελα.
Είχε και δυό αργυρόχρυσους απ' τα δυό πλάγια σκύλους,
που ο Ήφαιστος τους έφτιαξε με τη σοφή του τέχνη,
τον πύργο να φυλάγουνε του Αλκίνου του μεγάλου,
αθάνατοι κι αγέραστοι για πάντα και για πάντα.
95 Θρονιά στον τοίχο αραδιαστά κι από τα δυό τα πλάγια,
απ' το κατώφλι ως τα βαθιά, με ντύματα αποπάνω,
έργα ψιλά καλόγνεστα των γυναικών, βαλμένα.
Σ' εκείνα απάνω οι προεστοί καθόνταν τώ Φαιάκων,
και τρώγανε και πίνανε, τί είχαν πολλά ομπροστά τους.
100 Σέ στυλοβάτες δουλευτούς χρυσά αγοράκια στέκαν,
και κράταγαν στα χέρια τους λαμπάδες αναμμένες,
που φέγγανε τώ σύδειπνων τη νύχτα στα παλάτια.
Πενήντα μες στους πύργους του γυναίκες είχε εργάτρες·
άλλες τους στο χερόμυλο ξανθό σιτάρι αλέθουν,
105 άλλες τους φαίνουνε πανί και κλώθουν καθισμένες,
σα φύλλα λεύκας αψηλής σαλεύοντας· και τόσο
κρουστόφαντα είναι τα λινά που τρέχει ογρό το λάδι.
Τί όσο περνούν οι Φαίακες στον κόσμο όλους τους άλλους
σε καραβιού κυβέρνημα, τόσο πιδέξες είναι
110 στο φάδι κι οι γυναίκες τους, που η Αθηνά να φτιάνουν
ώρια δουλειά τις έμαθε, και νου λαμπρό έδωσέ τους.
Παρόξω απ' την αυλή, σιμά στη θύρα, έχει περβόλι,
τεσσάρω ζευγαριών παντού καλοφραγμένο γύρω,
που δέντρα πλήθος φαίνουνται αψηλά και φουντωμένα·
115 εκεί απιδιές, ροδιές, μηλιές με τα λαμπρά τα μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες.
Δέ λείπει ολοχρονίς καρπός, χειμώνα καλοκαίρι·
τί άλλα τ' αγέρι το γλυκό γεννάει κι άλλα ωριμάζει.
120 Μεστώνει απίδι, κι άλλο ανθεί, και μήλο πάς στο μήλο,
πάς στο σταφύλι άλλο τσαμπί, και σύκο πάς στο σύκο,
Βρίσκεται φυτεμένο εκεί και πλούσιο αμπελοκήπι,
με αλώνι μέσα λιακωτό σε γής καλοστρωμένη,
που από τον ήλιο δέρνεται· σταφύλια αλλού τρυγιούνται,
125 αλλού πατιούνται· παραμπρός κρεμιένται οι αγουρίδες
στο ξάνθισμά τους· παρακεί να βάφουν αρχινάνε.
Έχει κι ωριόπλουμες βραγιές στου περβολιού τις άκρες,
κάθε λογής, που ολοχρονίς σφαντάζουνε στο μάτι·
και βρύσες δυό· σκορπιέται η μιά μες σ' όλο το περβόλι,
130 κι η άλλη κάτω απ' της αυλής διαβαίνει το κατώφλι,
πρός το παλάτι, κι έπαιρναν κείθε νερό οι πολίτες.
Τέτοια οι θεοί χαρίζανε λαμπρά του Αλκίνου δώρα,
Στάθηκ' εκεί ο πολύπαθος, ο μέγας Οδυσσέας
κοιτώντας. Και σα θάμασε το καθετίς στο νου του,
135 απ' το κατώφλι πέρασε και μπήκε στο παλάτι.
Και βρήκε αυτού τους προεστούς κι αρχόντους των Φαιάκων,
που με ποτήρια στάζανε του Ερμή του αγρυπνομάτη,
τί εκείνου χύναν τις στερνές σταλιές πριχού πλαγιάσουν.
Περνάει ομπρός τους ο τρανός, πολύπαθος Δυσσέας,
140 σε ανιά που του περέχυνε η θεά Αθηνά κρυμμένος,
ώσπου ήρθε στην Αρήτη ομπρός και στον αφέντη Αλκίνο.
Αγγίζει της βασίλισσας τα γόνατα ο Δυσσέας,
κι η καταχνιά η θεόσταλτη σκορπιέται πίσωθέ του.
Άνθρωπο βλέπουν τότε αυτοί, και σα βουβοί απομνήσκουν,
145 με θαυμασμό κοιτώντας τον· κι αυτός παρακαλεί τους·
«Αρήτη, του Ρηξήνορα του ισόθεου θυγατέρα,
στον άντρα σου ο πολύπαθος προσπέφτω και σ' εσένα,
κι αυτούς εδώ τους σύνδειπνους, που οι θεοί να τους χαρίζουν
χρυσή ζωή, και στα παιδιά ν' αφήσουνε τα πλούτια
150 των πύργων τους, κι ό,τι τιμές τους έχει δώσει ο κόσμος.
Στείλτε και μένα γλήγορα να φτάσω στην πατρίδα,
που τόσους χρόνους δέρνουμαι μακριά από τους δικούς μου.»
Είπε, και χάμου κάθισε, πάς στης γωνιάς τη στάχτη
πρός τη φωτιά· και σύχαζαν οι άλλοι σωπασμένοι.
155 Τέλος αργά τους μίλησε ο Εχένηος ο γέρος
ήρωας, που στους Φαίακες στα χρόνια ήταν ο πρώτος,
άξιος στα λόγια, και ήξερε πολλά και περασμένα·
αυτός με νου καλόγνωμο ξαγόρεψέ τους κι είπε·
«Αλκίνο, δεν το κρίνω αυτό καλό, και δεν ταιριάζει
160 πάς στης γωνιάς να κάθεται τη στάχτη χάμου ο ξένος.
Εσένα αυτοί προσμένουνε ν' ακούσουν, και βαστιένται.
Μόν' πάρ' τον, σε αργυρόδετη καθέδρα κάθισέ τον,
και πρόσταξε τους κήρυκες κρασί ν' ανεκατέψουν,
σταλιές και του βροντόχαρου να στάξουμε του Δία,
165 που όποιον σεμνά παρακαλεί, τον προβοδάει εκείνος.
Άς δώση κι η κελάρισσα δείπνο του ξένου ό,τι έχει.»
Τ' ακούγει αυτά και παίρνει ευτύς από το χέρι ο Αλκίνος
το βαθιοστόχαστο Οδυσσέα τον πολυσοφισμένο,
κι απ' τη γωνιά πάς σε θρονί λαμπρό τόνε καθίζει,
170 αφού το γιό του σήκωσε, τον ακριβό Λαοδάμα,
που όντας του μυριαγάπητος καθότανε σιμά του.
Και μπρίκι για το νίψιμο του φέρνει τότε η βάγια,
ώριο, χρυσό, και χύνει του στην αργυρή λεγένη,
και τότες στρώνει αντίκρυ του γυαλιστερό τραπέζι.
175 Σεμνή κελάρισσα έφερε ψωμί και παραθέτει,
κι από τα καλοφάγια της του φίλεψε περίσσια.
Κι ο θείος, ο πολύπαθος τρωγόπινε Οδυσσέας.
Τότες του κήρυκα μιλάει και λέει ο αντρείος Αλκίνος·
«Έλα, Ποντόνε, το κρασί μες στο κροντήρι σμίξε,
180 και σ' όλους μοίρασέ το εδώ, να στάξουμε του Δία,
που όποιον σεμνά παρακαλεί τον προβοδάει εκείνος.»
Είπε και το γλυκό κρασί καλόσμιξε ο Ποντόνος,
και γύρω μοίρασε απαρχή με τα ποτήρια σε όλους.
Και σάνε στάξαν κι ήπιανε όσο ήθελε η καρδιά τους,
185 ο Αλκίνος τότε ο βασιλιάς ξαγόρεψέ τους κι είπε·
«Ακούτε με, τώ Φαιάκωνε ώ προεστοί κι αρχόντοι,
τα όσα μέσα μου αγρικώ να σάς τα φανερώσω,
Τώρα που φάγατε ήπιατε, σύρτε να κοιμηθήτε,
και το ταχύ περσότερους γερόντους προσκαλούμε,
190 τον ξένο να φιλέψουμε, και στους θεούς θυσίες
καλές αφού προσφέρουμε, τον πηγαιμό να δούμε
του ξένου· να τον στείλουμε με συνοδειά δική μας,
ακόπιαστα κι ανέπονα στον τόπο του να φτάση,
και να 'βρη γλήγορη χαρά όσο μακριά κι άν είναι·
195 μηδέ να πάθη βλάψιμο ή κακό μες στο ταξίδι,
μπριχού να μπή στη χώρα του· που εκεί κατόπι θα 'χη
όσα στον κόσμο η Μοίρα του κι οι σοβαρές οι Κλώστρες
με την κλωστή του γνέσανε σαν τόνε 'γέννα η μάνα.
Όμως άν είναι αθάνατος που ήρθε απ' τα ουράνια,
200 τότες κάτι άλλο μελετούν οι θεοί να μάς σκαρώσουν.
Τί ως τα τώρα ασκέπαστοι φανερωθήκαν πάντα
σ' εμάς, λαμπρές σα σφάζουμε εκατοβοδιές σ' εκείνους,
μαζί μας τρωγοπίνοντας, κοντά μας καθισμένοι.
Κι άν κάποιος πάς στο δρόμο του ποτές τους ανταμώση,
205 δεν κρύβονται γιατί μ' αυτούς γενιά 'μαστε, σαν που 'ναι
και οι Κύκλωπες και τ' άγρια τα γένη τώ Γιγάντων.»
Και γύρισε ο τετράξυπνος Δυσσέας κι απολογήθη·
«Ο νούς σου άλλα άς νοιάζεται, ώ Αλκίνο· δεν τους μοιάζω
καθόλου τους αθάνατους που κατοικούν τα ουράνια,
210 μήτε κορμί μήτε μορφή· θνητός μονάχος είμαι.
Κι όσους εσείς γνωρίζετε βαριά δυστυχισμένους,
μ' αυτούς εγώ στις συφορές να παραβγώ μπορούσα.
Κι είχα 'γώ κι άλλα μου δεινά να σάς στορήσω ακόμα,
όσα από θέλημα θεών σωρός μου μαζωχτήκαν·
215 μα αφήστε με, όσο κι άν πονώ, θροφή να πιάσω τώρα·
πιο αδιάντροπο από την κοιλιά τη μαύρη άλλο δεν έχει,
που τη δική της όρεξη να βλέπης σ' αναγκάζει,
κι άς έχης μύρια βάσανα και λύπες στην ψυχή σου.
Λύπες κι εγώ έχω στην ψυχή, κι ως τόσο αυτή ολοένα,
220 φαΐ γυρεύει και πιοτό όσα έπαθα, τα σβήνει
από το νου μου ολότελα, και να γεμίση θέλει.
Ως τόσο τοιμαστήτε εσείς στο χάραμα της μέρας
να φέρτε εμένα το φτωχό στο χώμα τώ γονιώ μου,
κατόπι τόσα που έπαθα· να δώ, κι άς απεθάνω,
225 τα χτήματα, τους δούλους μου και τ' αψηλό παλάτι.»
Αυτά είπε, κι όλοι δέχτηκαν κι ανάμεσο τους είπαν
ο ξένος να προβοδωθή, γιατί σωστά λαλούσε.
Και σάνε στάξαν, κι ήπιανε όσο ήθελε η καρδιά τους,
σύραν οι άλλοι σπίτι του καθένας, να πλαγιάσουν·
230 μα στο παλάτι απόμεινε ο θείος ο Οδυσσέας,
και πλάγια του καθίσανε η Αρήτη κι ο Αλκίνος
ο θεόμοιαστος· και σήκωσαν οι δούλες τα τραπέζια.
Και τότες πρώτη του μιλάει η Αρήτη η ασπροχέρα,
τηρώντας τα ώρια του σκουτιά, χιτώνα και χλαμύδα,
235 που ατή της τα ' φτιασε μαζί με τις σπιτογυναίκες·
και λάλησέ του κι είπε του με φτερωμένα λόγια·
«Αυτό εγώ θέλω, ξένε μου, να σε ρωτήξω πρώτα·
ποιός είσαι, κι από που, και ποιός σου 'δωσ' αυτά τα ρούχα;
Δέν είπες πως οι θάλασσες εδώ ριγμένο σ' έχουν;»
240 Τότε ο Δυσσέας ο τρίξυπνος γυρίζει και της κρένει·
«Είναι βαρύ, ώ βασίλισσα, να διηγηθώ ένα ένα
τα πάθια μου, τ' οι θεοί πολλά μου δώκαν οι επουράνιοι
αυτά μονάχα θα σου πω, που ρώτηξες να μάθης.
Είναι μακριά στα πέλαγα κάποιο νησί, Ωγυγία,
245 που η μαριόλα η Καλυψώ, του Άτλαντα η θυγατέρα,
πανώρια, μα και φοβερή θεά το 'χει λημέρι·
μήτε θεοί μήτε θνητοί μ' αυτή δε συντροφιάζουν.
Μα εμένα μ' έφερε ο θεός το δύστυχο σιμά της,
τότες που ο Δίας το γοργό καράβι μου 'χε σπάσει
250 μ' αστροπελέκι αστραφτερό στα μαύρα πέλαα μέσα.
Όλοι μου τότες οι καλοί χαθήκανε συντρόφοι·
κι εγώ του πλοίου αγκαλιαστά κρατώντας την καρίνα,
μέρες εννιά κυλιόμουνα· δέκατη μαύρη νύχτα,
και στο νησί οι αθάνατοι της Ωγυγίας με ρίξαν,
255 της Καλυψώς της φοβερής κι ωριόμαλλης λημέρι.
Μέ πήρε αυτή, με φίλευε και μ' έθρεφε με πόνο,
και να με κάνη αθάνατο κι αγέραστο μελέτα·
ως τόσο εμένα στης καρδιάς δε μ' έπειθε τα βάθια.
θρόνους εφτά κρατιόμουνα, και τα σκουτιά που εκείνη
260 μου χάριζε τ' αχάλαστα, τα πότιζα με δάκρυα·
μα σα γυρίσαν κι ήρθανε τα οχτώ τα χρόνια, τότες
με παρακίναε κι έλεγε στη γής μου να μισέψω·
για ο Δίας της το πρόσταξε, για γνώμη ήταν δική της.
Μέ βάζει σε καλόδετο σάλι, πολλές μου δίνει
265 θροφές, ψωμί, γλυκό κρασί, λαμπρά σκουτιά με ντύνει,
και αγέρι πρύμο και απαλό κατόπι μου φυσάει.
Μέρες στα πέλαα δεκαφτά αρμενίζοντας πλανιόμουν,
στις δεκοχτώ φανήκανε ομπροστά μου τα ισκιωμένα
βουνά της γής σας· πήδηξε από χαρά η καρδιά μου,
270 του δύστυχου· τί συφορές είχα να πάθω κι άλλες
πολλές, που μου τις τοίμαζε ο θεός ο κοσμοσείστης.
Αυτός ανέμους σήκωσε και μου 'κλεισε το δρόμο,
κι αγρίεψε τις θάλασσες, που να βαστώ το σάλι
δε μ' άφηναν, μόνε συχνά ανεστέναζα στο κύμα.
275 Σκορπάει το σάλι η τρικυμιά, κι εγώ με το κολύμπι
τότ' έσκιζα τα τρίσβαθα νερά, ώσπου εδώ στη γής σας
με σπρώξανε και μ' έφεραν οι θαλασσιές κι οι ανέμοι.
Άν τότες έκανα στεριά, θα μ' έδερνε το κύμα
σε πέτρες σπώντας με χοντρές και σ' άχαρα λημέρια·
280 μα πίσω αποτραβήχτηκα, και κολυμπώντας ήρθα
στον ποταμό, που πιο ήμερος μου φάνη εκεί ο τόπος,
γυμνός από χοντρόπετρες, κρυμμένος από ανέμους.
Έπεσα εκεί, συνέφερα, και φάνη η θεία η νύχτα·
και πέρ' απ' το ουρανόθρεφτο ποτάμι ξεκινώντας,
285 μες στα χαμόδεντρα έγειρα, με σωριασμένα φύλλα
απάνω μου, και μου 'χυσε ο θεός ατέλειωτο ύπνο.
Εκεί, στα φύλλα ανάμεσα, με στήθια ταραγμένα,
ολονυχτίς κοιμόμουνα ως αυγή και μεσημέρι.
Μ' αφήνει ο ύπνος ο γλυκός στο γέρμα του ήλιου απάνω,
290 και νιώθω τις συντρόφισσες της κόρης σου, που παίζαν
στον άμμο· εκείνη σα θεά σφαντούσε ανάμεσά τους.
Τής πρόσπεσα, κι αυτή έδειξε περίσσια φρονιμάδα,
όση δεν όλπιζα ποτές από μικρή να τύχω·
τί οι νέοι πάντα αστοχασιές να κάνουν συνηθάνε.
295 Μού 'δωσε γέμα και λαμπρό κρασί, και στο ποτάμι
σα λούστηκα, με τα σκουτιά με φόρεσε που βλέπεις.
Σού τα 'πα όλα αληθινά, όσό άν πονή η ψυχή μου.»
Κι ο Αλκίνος τότες γύρισε και λάλησέ του κι είπε·
«Δέν το στοχάστη η κόρη μου σωστά, ώ ξένε, ετούτο,
300 που ίσια σ' εμάς δε σ' έφερε μαζί με τις γυναίκες,
άν κι εσύ πρώτα πρόσπεσες και την παρακαλούσες.»
Τότε ο Δυσσέας ο τρίξυπνος γυρίζει και του κρένει·
«Μήν τη μαλώσης, ώ ήρωα, την άφταιγή σου κόρη·
μου 'λεγε αυτή κατόπι της να ρθώ με τις γυναίκες,
305 μα εγώ από φόβο και ντροπή δεν ήθελα να σμίξω,
να μη μάς δής, κι από θυμό άξαφνα ο νούς σου ανάψη·
γιατί εύκολα οργιζόμαστε στη γής έμείς οι ανθρώποι.»
Κι ο Αλκίνος πάλε γύρισε και λάλησέ του κι είπε·
«Εμένα, ώ ξένε, ανώφελα η ψυχή μου δε χολώνει
310 στα στήθια μου· κάλλιο όλα μας με μέτρο να 'ναι πάντα.
Μακάρι ο Δίας κι η Αθηνά κι ο Απόλλωνας να δώσουν
σαν τέτοιος που 'σαι στη μορφή, κι ομόγνωμος μ' εμένα,
να πάρής και την κόρη μου και να λεχτής γαμπρός μου
κι εδώ να ζής· θα σου 'δινα και χρήματα και σπίτι,
315 άν έμνησκες αυτόθελα· μα άν όχι, δε σε βιάζει
κανένας απ' τους Φαίακες· να μην το δώση ο Δίας.
Ξέρε πως αύριο συνοδειά θα βάλω να σε πάρουν·
θα κοίτεσαι πηγαίνοντας και θα γλυκοκοιμάσαι,
κι αυτοί τ' ατάραγα νερά θα σκίζουν ως να φτάσης
320 στη γής σου και στα σπίτια σου, κι όπου αγαπάς, μα άς είναι
ακόμα πιο μακρύτερα το μέρος κι απ' την Εύβοια,
που λέν στην άκρη βρίσκεται του κόσμου όσοι την είδαν
απ' τους δικούς μας, τον ξανθό Ραδάμανθη σαν πήραν,
να πάη να δή τον Τιτυό που γιός είναι της Γαίας.
325 Εκεί τότε ήρθαν όλοι τους, και δίχως κόπο φτάσαν
μονημερίς, και γύρισαν πίσω στη γής τους πάλε.
Και θένα δής τί πλοία λαμπρά και τί λεβέντες έχω,
που ανατινάζουν τους αφρούς με του κουπιού την πλάτη.»
Σ' αυτά τα λόγια χάρηκε ο πολύπαθος Δυσσέας,
330 και τότες προσευκήθηκε κι είπε· «Πατέρα Δία,
μακάρι καθετίς να βγή που λάλησε ο Αλκίνος·
έτσι, στην τροφοδότρα γής άσβηστη δόξα να 'χη,
κι εγώ να τύχω γυρισμό στην πατρική μου χώρα.»
Τέτοια μιλούσαν κι έλεγαν εκείνοι ανάμεσό τους·
335 και πρόσταξε τις δούλες της η Αρήτη η ασπροχέρα
στρωσίδια να τοιμάσουνε, να βάλουνε τα χράμια
τα κερμεζά και τα όμορφα, κι απάνω τους τα πεύκια,
και τις φλοκάτες τις κρουστές για ντύσιμο αποπάνω.
Κι οι δούλες βγήκανε με φώς στα χέρια να του στρώσουν·
340 και το κλινάρι το στεριό σαν έστρωσαν και φτιάξαν,
πήγανε στάθηκαν κοντά στον Οδυσσέα και του είπαν·
«Σήκου, να πάς να κοιμηθής, ώ ξένε, είναι στρωμένα.»
Είπαν, κι εκείνου ποθητό του φάνη το κλινάρι.
Τότε ο πολυβασάνιστος, ο θείος Οδυσσέας
345 κοιμήθηκε στο τορνευτό της αίθουσας κρεβάτι·
στου παλατιού τ' απόβαθα πλαγιάζει κι ο Αλκίνος,
και δίπλα του η βασίλισσα του σιάζει τα στρωσίδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: