Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Ομήρου Οδύσσεια Ραψωδια υ


Τα προ της μνηστηροφονίας.


Κι ο Οδυσσέας ο θεϊκός στο πρόσπιτο πλαγιάζει,
σε αδούλευτο βοδόπετσο, με απάνω του στρωμένες
προβιές περίσσιες των αρνιών που σφάζαν οι μνηστήρες.
Σκέπασμα τότες τού 'ριξε φλοκάτα η Ευρυνόμη.
5 Εκεί αγρυπνούσε, κι όλεθρο κρυφομελέτα ο νους του
για τους μνηστήρες. Σύγκαιρα του παλατιού οι κοπέλες,
όσες αγκαλιαζόντουσαν μ' εκείνους, βγαίναν τώρα,
κι η μιά της άλλης με χαρές και γέλια συντυχαίναν.
Όμως εκείνου λύσσαζε στα σωθικά η καρδιά του,
10 κι όλο το γύρναε μες στο νου και μέσα στην ψυχή του,
να ορμήση, και με θάνατο την καθεμιά να σβήση,
ή στο στερνό τους φίλημα ν' αφήση τους μνηστήρες·
κι ολοένα βόγγαε μέσαθε κι αλύχταε η καρδιά του.
Κι όπως η σκύλα, τα μικρά σα νοιάζεται κουτάβια,
15 ξένο ά ματιάση, του αλυχτάει κι αμάχη του γυρεύει,
έτσι αλυχτούσε μέσα του, κακά τηρώντας έργα.
Και την καρδιά του μάλωνε τα στήθια του χτυπώντας·
«Βάστα, καρδιά· χειρότερα δεινά βαστούσες τότες
που μού 'τρωγε ο αδάμαστος ο Κύκλωπας γενναίους
20 συντρόφους, κι εσύ θάρρευες, ωσότου από το σπήλιο
που ο Χάρος σε φοβέριζε, σ' έφερ' η γνώση μου όξω.»
Αυτά τα λόγια με θυμό λαλούσε στην καρδιά του,
κι άκουε εκείνη μέσαθε με υπομονή περίσσια.
Ως τόσο αυτός από τη μιά γυρνούσε κι απ' την άλλη.
25 Και καθώς άνθρωπος κοιλιά γεμάτη πάχος κι αίμα,
στριφογυρίζει στη φωτιά που ανάβει και δε βλέπει
την ώρα να γοργοψηθή, παρόμοια κι αυτός γύρνα
μιά εδώ μιά εκεί, και σπούδαζε τον τρόπο να βαρέση
πολλούς οχτρούς αδιάντροπους, αυτός μονάχος όντας.
30 Και τότες απ' τον ουρανό κατέβηκε η Παλλάδα
ομπρός του, κι έμοιαζε θνητής γυναίκας το κορμί της·
και στάθηκε απεπάνω του, και του είπε αυτά τα λόγια·
«Πάλε αγρυπνάς, που πιο άμοιρος δε βρέθη στη γης άλλος ;
Νά δα, το σπίτι σου, και να, το ταίρι σου εκεί μέσα,
35 και το παιδί σου, που όμοιο του ποιός δεν ποθεί πατέρας ;»
Και γύρισε ο πολύβουλος Δυσσέας και της είπε·
«Όλα σωστά κι αληθινά, θεά μου, όσα μου είπες·
μα εμένα τούτο μέσα μου μεταγυρνάει ο νους μου,
το πως τους παραδιάντροπους αυτούς ν' αγγίξω μόνος,
40 που αυτοί 'ναι πάντα μαζωχτοί μες στα παλάτια εδαύτα.
Κι έν' άλλο μεγαλύτερο στα φρένα μου αναδεύω,
το Δία αν έχοντας βοηθό κι εσένανε τους σβήσω,
που θένα βρώ καταφυγή ; Στοχάσου το κι ετούτο».
Και τότες του αποκρίθηκε η θεά η γαλανομάτα·
45 «Καημένε, και στον πιο μικρό φίλο πιστεύουν όλοι,
πού 'ναι θνητός, και που πολλά να σοφιστή δεν έχει.
Μα εγώ 'μαι αθάνατη θεά, που όλο σε διαφεντεύω
σε κάθε αγώνα σου. Και να, τι εγώ σου φανερώνω·
πενήντα να μας έζωναν θνητών ανθρώπων λόχοι,
50 το τέλος μας γυρεύοντας με πόλεμο να φέρουν,
ως κι εκεινώνε θά 'παιρνες εσύ τ' αρνιά και βόδια.
Άμε, κοιμήσου· είναι κακό να ολονυχτάς του κάκου
και ν' αγρυπνάς· τα πάθια σου να πάψουν δεν αργούνε.»
Αυτά είπε, κι ύπνο τού 'χυσε πάς στα ματόφυλλά του,
55 και τότες ξανανέβηκε στον Όλυμπο η Παλλάδα.
Κι ο ύπνος εκείνον έπιανε και τού 'παιρνε τις ένννιες·
μα η πολυστοχαζούμενη γυναίκα του ξυπνούσε,
και κάθιζε στο μαλακό κλινάρι και θρηνούσε.
Κι αφού η καρδιά της χόρτασε τα δάκρυα και το κλάμα,
60 πρώτα στην Άρτεμη η λαμπρή γυναίκα προσευκιέται·
«Χαριτωμένη μου Άρτεμη, κόρη του Δία, μακάρι
να μ' έτρωγε η σαΐτα σου χτυπώντας μου τα στήθη,
για ας μ' άρπαζε ολοάξαφνα κι ας μ' έφερνε ανεμούρα
στ' αχνά περάσματα, απ' εκεί στο ρέμα να με ρίξη
που καταπίσω τρέχοντας ο Ωκεανός προβάλλει.
65 Και σαν που άνεμοι πήρανε τις κόρες του Παντάρου,
που τις αφήκαν οι θεοί πεντάρφανες, πανέρμες,
κι η Αφροδίτη πήρε τις και γλυκανάθρεψέ τις
με το κρασί, με το τυρί, με το γλυκό το μέλι,
70 κι η Ήρα γνώση κι ομορφιά τις χάρισε περίσσια,
η Άρτεμη τ' ανάστημα, κι η Αθηνά την τέχνη
τις έμαθε να φτιάνουνε κάθε δουλειά πιδέξια,
κι η Αφροδίτη στις κορφές ως ν' ανεβή του Ολύμπου,
το Δία το βροντόχαρο για να παρακαλέση,—
75 γιατί όλα τα κατέχει αυτός, και κάθε ανθρώπου ξέρει
τη μοίρα και την αμοιριά,—να δώση στις κοπέλες
του γάμου τις λαμπρές χαρές, τρέξαν οι Άρπυιες τότες,
κι αρπάξανε τις κοπελιές, στις μαύρες Ερινύες
τις φέραν και τις δώσανε, για να τις έχουν σκλάβες·
80 έτσι ας μ' αφάνιζαν οι θεοί οι αθάνατοι κι εμένα,
κι ας με βαρούσε η Άρτεμη, που το Δυσσέα στο νου μου
θωρώντας, στου Άδη τα φριχτά να κατεβώ λημέρια,
και μήτε ανθρώπου ταπεινού ψυχή να μη γλυκάνω.
Όμως κι εκείνο υποφερτό· με κλάματα ολημέρα
να λυώνης κι όμως το βραδύ να σε σκεπάζη ο ύπνος,
85 που πέφτει στα ματόφυλλα, και μονομιάς τα πάντα,
και τα καλά και τα κακά στη λησμοσύνη ρίχτει·
μα εμένα ως και ονείρατα κακά μου στέλνει η μοίρα.
Και πάλε ετούτη τη νυχτιά κάποιος στο πλάγι μου ήταν,
που τού 'μοιαζε σαν που ήτανε με το στρατό σαν κίνα,
90 και χαίρομουν, τι αληθινό, κι όχι όνειρο το θάρρουν.»
Αυτά είπε, κι η χρυσόθρονη φάνη στη γης Αυγούλα.
Αγρίκησε το θρήνο της ο θεϊκός Δυσσέας,
και συλλογιόταν κι έλεγε στο νου του πως εκείνη
τον ένιωσε, και πως σιμά στην κεφαλή του στάθη.
95 Και τη φλοκάτα αρπάζοντας και τις προβιές, που μέσα
κοιμότανε, τ' απίθωσε πάς σε θρονί του πύργου·
και στην αυλή το βοδινό σαν έθεσε τομάρι,
στο Δία προσευκήθηκε με χέρια σηκωμένα·
«Πατέρα Δία, αν στέργετε στον τόπο μου να φτάσω
από στεριές και θάλασσες, κατόπι τόσα πάθια,
100 απ' όσους μέσα εκεί ξυπνούν, φωνή ας σηκώση κάποιος,
κι άλλο σημάδι ας μου φανή απ' έξωθε του Δία.»
Αυτά είπε, και συνάκουσε την προσευκή του ο Δίας,
κι από τα νέφια τ' αψηλά του λαμπερού του Ολύμπου,
βρόντηξ' ευτύς, και χάρηκε ο μέγας Οδυσσέας.
105 Κι από το σπίτι σήκωσε φωνή γυναίκα αλέστρα,
που εκεί σιμά βρισκόντουσαν του αφέντη της οι μύλοι,
και δώδεκα δουλεύανε γυναίκες, να τοιμάζουν
κριθάλευρα, σιτάλευρα, μεδούλι των ανθρώπων.
Οι άλλες σαν απάλεσαν, κοιμήθηκαν εκείνη
110 όντας αδύναμη, άλεθε το μύλο της ακόμα,
μα ξάφνου στέκει και φωνή σηκώνει για σημάδι·
«Δία Πατέρα, των θεών κι ανθρώπων βασιλέα,
τρανή βροντή απ' τον ουρανό τον κάτασπρο μας στέλνεις,
με δίχως σύννεφο· θεϊκό σημάδι σου μας δείχνεις.
115 Ο λόγος που θα πω η φτωχή, βοήθα να μού 'βγη τώρα·
ας είναι πια η στερνή φορά που κάθουνται οι μνηστήρες
εδώ, και με πασίχαρο γλεντίζουν φαγοπότι·
αυτοί, που με την κούραση τα γόνατα μου κόψαν,
σαν άλεθα τ' αλεύρι τους, ας φάνε το στερνό τους.»
120 Και χάρηκε το μάντεμα και τη βροντή του Δία
ο Οδυσσέας, και τό ειδε πως θα γδικηθή τους φταίστες.
Κι οι άλλες δούλες στα λαμπρά του Οδυσσέα παλάτια
μαζεύτηκαν, και στη γωνιά πήγαν φωτιά ν' ανάψουν.
Σηκώθη κι ο Τηλέμαχος, ο ισόθεος ο λεβέντης,
125 και ντύθηκε· το κοφτερό σπαθί στον ώμο ζώνει,
τα ωραία δένει σάνταλα στα πόδια τα λαμπρά του,
παίρνει κοντάρι δυνατό με μύτη ακονισμένη·
και στο κατώφλι στάθηκε και στην Ευρύκλεια κρένει·
«Κυρούλα, πως τιμήσατε τον ξένο αυτό στο σπίτι ;
130 ή δίχως στρώμα και φαΐ και δίχως έννοια μνήσκει ;
Τί τέτοια 'ναι η μανούλα μου, μ' όλη τη γνώση πόχει·
του πιο χειρότερου θνητού κάθε τιμή του κάνει,
και τον καλύτερο άνθρωπο με καταφρόνια διώχνει.»
Κι η φρόνιμη η Ευρύκλεια του απολογήθη κι είπε·
135 «Παιδάκι μου, το φταίξιμο στον άφταιγο μη δίνης·
κρασί καθόταν κι έπινε όσο ήθελε, μα πείνα
δεν είχε πια να φάη θροφή· της τό 'πε που ρωτούσε.
Και για ύπνο και για πλάγιασμα σαν ήρθε η ώρα, εκείνη
τις δούλες τότες πρόσταξε κλινάρι να του στρώσουν,
140 μα αυτός, σαν κάποιος έρημος και κακοπαθιασμένος,
δε δέχονταν σε στρώματα και χράμια να πλαγιάση,
μόνε σε βοδοτόμαρο και σε προβιές αρνιώνε
μέσα στο πρόσπιτο· κι εμείς του ρίξαμε φλοκάτα.»
Αυτά είπε, κι ο Τηλέμαχος κρατώντας το κοντάρι,
145 ξεκίνησε με δυό γοργά μαζί σκυλιά, και πήγε
στων ομορφόποδων Αχαιών τη συντυχιά να κάτση.
Κι η Ευρύκλεια, του Ώπα γέννημα, του γιού του Πεισινόρη,
τις παρακόρες φώναξε, η γριά η τιμημένη·
«Σαλέψτε εσείς, το πάτωμα σκουπίστε και ραντίστε,
150 και στα καλόφτιαστα θρονιά ρίξτε χαλιά πορφύρα·
κι εσείς οι άλλες, τα πολλά τραπέζια σφουγγαρίστε,
κροντήρια καθαρίζετε και δίκουπα ποτήρια·
στη βρύση τρέξτε οι άλλες σας νερό να κουβαλήστε·
γιατ' οι μνηστήρες δεν αργούν στο μέγαρο να φτάσουν,
155 γλήγορα σμίγουν, και γιορτή θένα 'χουνε μεγάλη.»
Είπε, κι εκείνες πρόθυμα τα λόγια της ακούσαν.
Είκοσι κόρες πήγανε στ' αχνού νερού τη βρύση,
κι οι άλλες μέσα δούλευαν με τα πιδέξια χέρια.
160 Ήρθαν κατόπι, μπήκανε και των Αχαιών οι δούλοι,
κι έσκιζαν ξύλα τεχνικά. Και φτάνουν απ' τη βρύση
κι οι παρακόρες. Έφτασε κι ο Εύμαιος στον πύργο
με τρία, τα καλύτερα θρεφτάρια απ' το κοπάδι.
Τ' αφήκε αυτά στους όμορφους αυλόγυρους να βόσκουν,
165 κι εκείνος γλυκομίλησε στον Οδυσσέα κι είπε·
«Σε καλοβλέπουν άραγες, καλέ μου ξένε, τώρα,
ή ακόμα σε καταφρονούν στα μέγαρα, σαν πρώτα ;»
Και γύρισε ο πολύβουλος Δυσσέας και του κρένει·
«Στους θεούς να την πλερώσουνε την αδικιά τους, φίλε,
170 αυτοί, που σ' άλλου σπιτικό παράνομα ασεβούνε
με τα έργα αυτά τους, κι η ντροπή πούθε αρχινάει δεν ξέρουν.»
Αυτά λαλούσαν κι έλεγαν εκείνοι ανάμεσό τους.
Ως τόσο κι ο χοιροβοσκός Μελάνθιος ήρθε τότες
με δυό βοσκούς, και φέρνανε τα διαλεχτά τους γίδια,
175 που σ' όλες τις γιδοκοπές για τους μνηστήρες τα είχε.
Κάτω από τη βουητερή την αίθουσα τα δένει,
και του Οδυσσέα πειραχτικά λαλώντας συντυχαίνει·
«Ακόμα εδώ θα κάθεσαι και θα μας βασανίζης,
ώ ξένε, διακονεύοντας, και δε θα μας αφήσης ;
180 Θαρρώ, δε χωριζόμαστε πια τώρα, δίχως πρώτα
να φας και μερικές γροθιές, τ' είσαι κακός ζητιάνος.
Έχουνε κι άλλα οι Αχαιοί για σένανε τραπέζια.»
Δέ μίλησε ο πολύβουλος Δυσσέας, μόν' σωπώντας
την κεφαλή του κούνησε, κι είχε κακό στο νου του.
185 Και τρίτος ο πρωτοβοσκός Φιλοίτιος τότες ήρθε,
στέρφα δαμάλα φέρνοντας και γίδια στους μνηστήρες.
Απ' τη στεριά τα φέρανε περάτες, που κι ανθρώπους
ποκείθε πάντα προβοδούν σαν έρθουν και ζητήσουν.
Στη βουητερή την αίθουσα σαν τά 'δεσε αποκάτω,
190 πήγε κι αυτός και στάθηκε στον Εύμαιο μπρος, και ρώτα·
«Χοιροβοσκέ, ποιός είν' αυτός ο ξένος που μας ήρθε
μες στο παλάτι; Κι από ποιούς παινιέται πως γεννήθη ;
ποιά 'ναι η γενιά του, κι από ποιά ξεκίνησε πατρίδα;
ο δύσμοιρος· και φαίνεται σα βασιλέας στην όψη.
195 Όμως κακό τους φέρνουνε οι θεοί τους πλανεμένους,
μιάς και τους κλώσουν συφορά, κι ας είναι βασιλιάδες.»
Είπε, και τόνε ζύγωσε, και τού 'σφιξε το χέρι,
και φώναξέ του, κι είπε του με λόγια φτερωμένα·
«Γειά σου, πατέρα ξένε μου, καλές να σού 'ρθουν μέρες
200 καν ύστερα. Τώρα σε τρων περίσσια πάθια ακόμα.
Από το Δία πιο σκληρός άλλος θεός δεν είναι.
Για άντρες που εκείνος γέννησε, σπλαχνιά καμιά δε νιώθει,
μόνε σε φοβερά δεινά και βάσανα τους ρίχτει.
Ίδρωσα εγώ θωρώντας σε, τα μάτια μου δακρύσαν,
205 με του Δυσσέα τη θύμηση, γιατί θαρρώ κι εκείνος
με τέτοια κουρελόπανα μέσα στον κόσμο τρέχει,
αν είναι ακόμα ζωντανός, και του ήλιου φως ά βλέπη.
Κι αν πέθανε, και βρίσκεται στον Άδη, αλλοίμονό μου,
που τον παράξιο μου έχασα τον Οδυσσέα, που μ' είχε
210 πρώτο στα βόδια από μωρό στη γης των Κεφαλλήνων.
Γενήκαν τώρα αρίθμητα, κι άλλος βοσκός δε στάθη
δαμάλες πλατυκούταλες περσότερες να δείξη.
Τώρα σε ξένες προσταγές θροφή τις παραθέτω
ανθρώπων που του σπιτικού δε σέβουνται τ' αγόρι,
215 μηδέ τρομάζουν των θεών την τιμωρία, μόν' θέλουν
να μοιραστούνε τα καλά του πλανημένου ρήγα.
Ως τόσο, μέσα μου συχνά το μεταγέρνει ο νους μου,
κακό αν δεν είναι, ενόσω ο γιός υπάρχει, αλλού να φύγω,
κοντά σε ξένους μένοντας μαζί με τις δαμάλες·
220 μα ακόμα πιο χειρότερο να κάθουμαι, και ξένων
θνητών φυλάγοντας εδώ σφαχτά να τυραννιέμαι.
Από καιρό θα πρόσφευγα σ' άλλου μεγάλου ρήγα
παλάτι, τ' είναι αβάσταχτα τα τωρινά δεινά μου.
Μα ακόμα συλλογιέμαι τον το δύστυχο, ίσως κι έρθη
225 ξάφνω από κάπου, και μεμιάς σκορπίση τους μνηστήρες.»
Τότε ο Δυσσέας ο τρίξυπνος του απολογήθη κι είπε·
«Βοσκέ, που μήτε ασύστατος μήτε κακός δε μοιάζεις,
βλέπω κι εγώ τα φρένα σου πως τα φωτίζει η γνώση,
κι όρκο σου κάνω φοβερό, σ' εκείνο που σου κρένω·
230 ο Δίας νά 'ναι μάρτυρας, το ξενικό τραπέζι,
κι ετούτη η στιά του θεόλαμπρου Δυσσέα που με δέχτη,
ακόμα εδώ θένα 'σαι εσύ, και θα γυρίση εκείνος·
και με τα μάτια σου θα δης, αν θέλης, τους μνηστήρες,
που τώρα εδώ σάς τυραννούν, να πέφτουν σκοτωμένοι.»
235 Και τότε του απαντάει και λέει ο πρώτος των βουκκόλων·
«Μακάρι αυτά του Κρόνου ο γιός να τα τελούσε, ώ ξένε,
και θά 'βλεπες τι δύναμη τα χέρια εδαύτα κρύβουν.»
Παρόμοια σ' όλους τους θεούς κι ο Εύμαιος παρακάλειε,
να φέρουνε στο σπίτι του το γνωστικό Οδυσσέα.
240 Αυτά λαλούσαν κι έλεγαν εκείνοι ανάμεσό τους·
ως τόσο του Τηλέμαχου τοιμάζαν οι μνηστήρες
το τέλος και τη μοίρα του. Όμως ζερβά τους φάνη
αψηλοπέταχτος αϊτός κρατώντας περιστέρα.
Και τότ' ο Αμφίομος αυτά ξαγόρεψέ τους κι είπε·
245 «Δέ θα μας έβγη τυχερός αυτός, καλοί μου φίλοι,
ο φόνος του Τηλέμαχου. Το δείπνο ως τόσο ας δούμε».
Αυτά 'λεγε ο Αμφίνομος, κι αρέσανε στους άλλους.
Και μπαίνοντας στα μέγαρα του θεϊκού Οδυσσέα,
απάνω σ' έδρες και θρονιά τις χλαίνες απιθώσαν,
250 κι έσφαξαν πρόβατα τρανά, καλοθρεμμένα γίδια,
θρεφτάρια χοίρους και παχύ δαμάλι απ' το κοπάδι.
Κι αφού τα σπλάχνα ψήσανε τα μοίρασαν, και τότες
ανακατέψανε κρασί μες σ' όλα τα κροντήρια.
Ο χοιροτρόφος έδινε παντούθε τα ποτήρια,
ψωμί τους έφερνε ο καλός πρωτοβοσκός Φιλοίτιος
255 με τα ποτήρια τα όμορφα, κι ο Μελανθέας κερνούσε.
Κι αυτοί άπλωναν τα χέρια τους στα καλοφάγια ομπρός τους.
Με πονηριά ο Τηλέμαχος τον Οδυσσέα καθίζει
στο στέριο μέγαρο, σιμά στο λίθινο κατώφλι,
και τού 'βαλε κοινό σκαμνί και φτωχικό τραπέζι·
260 σπλάχνα του δίνει μερτικό, και με χρυσό ποτήρι
κερνώντας τον, του μίλησε, κι αυτά τα λόγια του είπε·
«Κάθου εσύ τώρα εδώ, κρασί να πίνης με τους άλλους,
κι απ' τώ μνηστήρων τις βρισιές και τους δαρμούς ατός μου
θα σε φυλάξω, τι κοινό δεν είν' αυτό το σπίτι,
265 μόν' είναι του Οδυσσέα, κι αυτός για μένα τό 'χει χτήμα.
Κι εσείς, κρατιέστε από βρισιές και χτυπημούς, μνηστήρες,
σε ξαφνικά μην έρθουμε μαλώματα κι αμάχες.»
Αυτά είπε, και δαγκάνοντας τ' αχείλι οι άντρες όλοι,
θαμάζαν του Τηλέμαχου τα ξέθαρρα τα λόγια.
270 Κι ο Αντίνος, του Ευπείθη ο γιός χόλωσε τότες κι είπε·
«Άν κι ο Τηλέμαχος πικρά μας είπε λόγια, ω φίλοι,
ας τα δεχτούμε· μας μιλάει με σοβαρή φοβέρα.
Ο Δίας δεν τό 'θελε· ειδεμή, στα μέγαρά του μέσα
θα τον σωπαίναμε, κι αυτός ας ζήταε να στριγγλίζη.»
275 Αυτά ο Αντίνος έλεγε, μα αδιαφορούσε εκείνος.
Και των θεών την ιερή κατοβοδιά απ' τη χώρα
κήρυκες φέρναν στο ισκιερό του Απόλλωνα το δάσος
που πλήθη μακρομάλληδων Αχαιώνε συναχτήκαν.
Και σάνε ψήσαν κι έβγαλαν τ' απόξωθε κοψίδια,
280 τα μοίρασαν, κι αρχίσανε τ' αρχοντικό τραπέζι.
Και του Δυσσέα βάλανε μερίδα οι δούλοι τότες
όση κι εκείνοι πέρνανε, καθώς παράγγειλέ τους
ο πολυαγαπημένος γιός του θεϊκού Οδυσσέα.
Μα η Αθηνά δεν άφηνε τους θεότολμους μνηστήρες
285 να παύουν την κακολογιά, για να πηγαίνη ο πόνος
βαθύτερα μες στην καρδιά του θεϊκού Οδυσσέα.
Κι ανάμεσό τους βρίσκουνταν αδικογνώστης άντρας,
που τ' όνομά του Χτήσιππος, και κατοικιά του η Σάμη·
στα πλούτια του τ' αρίθμητα πιστεύοντας, ζητούσε
290 του Οδυσσέα τη σύγκλινη, του ξενοπλανημένου.
Εκείνος στους αγέρωχους μνηστήρες τότες είπε·
«Ακούστε με το τι θα πω, ω θεότολμοι μνηστήρες·
καλή μερίδα δόθηκε, σαν πού 'πρεπε, του ξένου·
σωστό δεν ήτανε μαθές το δίκιο να στερούνται
295 οι ξένοι του Τηλέμαχου που εδώ να ερθούν τυχαίνει.
Μα ας τον φιλέψω πια κι εγώ, και πάλε αυτός το δώρο
το δίνει της λουτράρισσας, ή καμιάς άλλης δούλας,
απ' όσες μέσα βρίσκουνται στου Οδυσσέα τους πύργους.»
Είπε, και πόδι βοδινό τραβάει απ' το πανέρι,
300 και το πετάει απάνω του. Μα ξέφυγε ο Δυσσέας
γυρνώντας το κεφάλι του, και μέσα του με πίκρα
γελώντας, και το κόκκαλο στο στέριον τοίχο πέφτει.
Τότες μ' οργή ο Τηλέμαχος του Χτήσιππου φωνάζει·
«Καλά σου βγήκε, ω Χτήσιππε, κι ας το χαρή η ψυχή σου.
305 Τον ξένο δεν τον βάρεσες, τι ο ίδιος του φυλάχτη·
αλλιώς, τα στήθια σου άνοιγα με κοφτερό κοντάρι.
Τότε ο πατέρας σου ταφή θα τοίμαζε αντίς γάμο
δώ μέσα· και γι' αυτό ασκημιές κανένας μες στο σπίτι
ας μη μου κάνη· τώρα πια νιώθω, και ξέρω ποιό 'ναι
310 καλό στον κόσμο, ποιό κακό, τι πια μωρό δεν είμαι.
Καθόμαστε και βλέπουμε να σφάζουνται τ' αρνιά μας,
και το κρασί να πίνεται, και το ψωμί να φεύγη·
τι δύσκολό 'ναι τους πολλούς να τους μποδίζη ο ένας.
Όμως καιρός πια το άδικο κι η όχτρητα να πάψη.
315 Κι αν να με θανατώσετε με το σπαθί ποθήτε,
καλύτερα εγώ τό 'θελα, κι ας μ' έπαιρνεν ο Χάρος,
παρά να βλέπω αδιάκοπα τέτοια έργα ντροπιασμένα,
τους ξένους μας να βρίζουνε, μα και τις παρακόρες
αδιάντροπα να σέρνουνε μες στα λαμπρά παλάτια.»
320 Αυτά είπε, κι όλοι σώπασαν κι αμίλητοι απομείναν
και τότες του Δαμάστορα ο Αγέλαος τους είπε·
«Λόγος σωστός σαν ειπωθή, δεν πρέπει εμείς, ω φίλοι,
ενάντια να πηγαίνουμε με λόγια θυμωμένα.
Τον ξένο μην πειράζετε, μήτε κανέναν άλλον
325 από τους δούλους πού 'ναι εδώ στου θεϊκού Οδυσσέα.
Ποθούσα του Τηλέμαχου και της καλής του μάνας
να πω ένα λόγο φιλικό, να τον δεχτούνε ά στέργουν.
Ελπίδα όση σάς έμνησκε στα βάθια της ψυχής σας,
νά 'ρθη ο Δυσσέας ο τρίξυπνος στο σπιτικό του πάλε,
330 με δίκιο τον προσμένατε, και τους μνηστήρες όλους
στον πύργο τους κρατούσατε, που ήταν και πιο συφέρο,
ανίσως γύριζε άξαφνα στο σπίτι του ο Δυσσέας.
Μα τώρα πια ολοφάvεpo πως δε θα μας γυρίση.
Άμε λοιπό στη μάνα σου, συβούλεψέ την τώρα,
335 να πάρη τον καλύτερο, και πιότερα όποιον δίνει,
κι εσύ για να τα χαίρεσαι τα πατρικά σου πλούτια,
κι εκείνη του άλλου της του αντρός το σπίτι να κοιτάζη.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γύρισε τότες κι είπε·
«Ναι μα το Δία, Αγέλαε, και μα τα πάθια εκείνου
340 που από το Θιάκι μακριά πλανιέται για και χάθη,
ν' αργοπορήσω δε ζητώ το γάμο της μητέρας,
παρά όλο την παρακινώ να πάρη αυτόν που θέλει,
και δίνω δώρα αρίθμητα. Όμως να τήνε βγάλω
χωρίς να θέλη ντρέπουμαι, κι ο θεός να μην το δώση.»
345 Είπ' ο Τηλέμαχος· κι η θεά μες στους μνηστήρες γέλια
άσβηστα σήκωσε, κι ο νους του καθενός σκοτίστη.
Και τώρα αυτοί με απόξενα γελούσανε σαγόνια,
και κρέατα αιματόβρεχτα μασούσανε και τρώγαν·
δάκρυα τα μάτια τους πολλά γεμίζαν, κι η ψυχή τους
350 προμάντεμα μοιρολογιού τους έφερνε μεγάλου.
Και τότες ο θεόμορφος Θεοκλύμενος τους είπε·
«Άχ, τι μεγάλο, ω δύστυχοι, κακό μαθές σάς βρίσκει.
Νύχτα σάς ζώνει κεφαλή και πρόσωπο και γόνα·
άναψ' ο θρήνος, βρέχουνται τα μάγουλα με δάκρυα,
κι οι τοίχοι μ' αίμα βρέχουνται και τα ώρια μεσοδόκια·
355 γέμισαν πρόθυρα κι αυλές με ίσκιους νεκρών που τρέχουν
μέσα στα σκότη, στο Έρεβος· και χάθηκε στα ουράνια·
ο ήλιος και γύρω απλώθηκε στον κόσμο μαύρη αντάρα.»
Αυτά είπε, κι όλοι γέλασαν εκείνοι απ' την καρδιά τους
Κι αρχίζει του Πολύβου ο γιός ο Ευρύμαχος, και κρένει·
360 «Χαμένα τά 'χει ο νιόφερτος ο ξένος που μας ήρθε.
Μα γλήγορα απ' τα μέγαρα στείλτε τον έξω, ω νέοι,
στην αγορά να κατεβή, τι εδώ τη νύχτα βλέπει.»
Κι ο θεόμορφος Θεοκλύμενος του απολογήθη κι είπε·
«Ευρύμαχε, οδηγούς εσύ δε θέλω να μου φέρης·
365 έχω και μάτια εγώ, κι αυτιά, κι έχω τα δυό μου πόδια,
και γνώση είναι στα στήθια μου γερή κι ωριμασμένη.
Μ' αυτά θα πάω, γιατί κακό να σάς ζυγώνη νιώθω,
που ούτ' ένας δε θα δυνηθή μνηστήρας να ξεφύγη,
απ' όσους μες στα μέγαρα του θεϊκού Οδυσσέα
370 τους άντρες βρίζουν, και φριχτές σοφίζουνται ανομίες.»
Είπε, κι απ' τα καλόφτιαστα παλάτια βγήκε εκείνος,
και τράβηξε στου Πείραιου, που καλοδέχτηκέ τον.
Κι ένας τον άλλον όλοι τους κοιτώντας οι μνηστήρες,
κεντούσαν τον Τηλέμαχο, τους ξένους περγελώντας.
375 Κι αυτά κάποιος αγέρωχος γύρισε κι είπε νέος·
«Τηλέμαχε, άλλος σαν κι εσέ κακόξενος δεν είναι.
Κοίταξ' αυτόν τον βρώμικο τον κοσμογυριστή σου,
που όλο πεινάει κι όλο διψάει, και μήτ' από έργα ξέρει,
μήτ' από μάχες έμαθε· βάρος της γης αλήθεια.
380 Άλλος σηκώθη πάλε εδώ το μάντη να σου κάμη.
Μα εμέν' ακούγοντας, πολύ περσότερο κερδίζεις·
μες σε καλό ας τους ρίξουμε πολύσκαρμο καράβι,
στη Σικελία για να σταλθούν, καλή τιμή να πιάσης.»
Αυτά οι μνηστήρες λέγανε, μα αδιαφορούσ' εκείνος,
385 και τον πατέρα του άφωνος τηρούσε, καρτερώντας
πότε θα πέση η χέρα του στους άτιμους μνηστήρες.
Κι η Πηνελόπη η φρόνιμη, του Ικάριου η θυγατέρα
αντίκρυ τους σαν έστησε το λαμπερό θρονί της,
ό,τι ο καθένας έλεγε στα μέγαρα αγρικούσε,
390 με γέλια καθώς τοίμαζαν το γέμα τους εκείνοι,
το πλούσιο, το χαρούμενο, με τα πολλά σφαχτά του.
Μα άλλο τραπέζι πιο άχαρο δε γίνη, σαν το δείπνο
που έμελλε γλήγορα η θεά κι ο μέγας Οδυσσέας
να τους απλώση· γιατί αυτοί πρωτόκαμαν το κρίμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: