Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Οδυσσεια - Πληρες Κειμενο



Οδύσσεια



Μετά την επίκληση στη Μούσα και τον καθορισμό του θέματος ο ποιητής, αρχίζοντας, τοποθετεί τον Οδυσσέα στον προτελευταίο σταθμό των περιπλανήσεών του, στο νησί Ώγυγία, όπου ή νύμφη Καλυψώ τον κρατούσε άθελα του επτά ολόκληρα χρόνια. Έκτος από τον Ποσειδώνα, που τον εχθρεύεται, γιατί είχε τυφλώσει τον γιο του Πολύφημο, οι άλλοι θεοί τον λυπούνται. Και ένα πρωί, το πρώτο της Οδύσσειας, καθώς ο Ποσειδών απουσιάζει, ή Αθηνά αποσπά από τον Δία την υπόσχεση να ειδοποιήσουν την Καλυψώ ότι πρέπει να αφήσει τον Οδυσσέα ελεύθερο. Ή ίδια, με τη μορφή θνητού, έρχεται εν τω μεταξύ στην Ιθάκη και συμβουλεύει τον Τηλέμαχο, τον γιο του 'Οδυσσέως, να συγκαλέσει συνέλευση του λαού και να παραπονεθεί για τη διαγωγή των μνηστήρων της μητέρας του, έπειτα να ταξιδέψει στην Πύλο και στη Σπάρτη, μήπως μάθει τίποτε για τον Οδυσσέα. 


Και τα αλλά κύρια πρόσωπα του εργου - έξω από τον Οδυσσέα τον ίδιο - προβάλλονται από την αρχή: οι ατάσθαλοι μνηστήρες, που διασπαθίζουν την περιουσία του Οδυσσέως, και ή Πηνελόπη, που θρηνεί αδιάκοπα τον άνδρα της (ραψωδία α). Την άλλη μέρα γίνεται ή συνέλευση, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί ούτε οι μνηστήρες δέχονται να φύγουν από το παλάτι, παρά τα σημάδια που στέλνει ο Ζευς και την προειδοποίηση του μάντη Άλιθέρση, ούτε οι Ιθακήσιοι τολμούν να επέμβουν. Την ίδια νύχτα ο Τηλέμαχος, συνοδευόμενος από τη μεταμορφωμένη πάλι σε θνητό Αθηνά, ξεκινά κρυφά για την Πύλο (β). Ξημερώνοντας τους υποδέχεται εκεί ο Νέστωρ, δεν γνωρίζει όμως τίποτε ουσιαστικό για τον 'Οδυσσέα. Γι' αυτό παρακινεί τον νέο να συναντήσει στη Σπάρτη τον Μενέλαο, που έχει γυρίσει σχετικά πρόσφατα. 


Έπειτα ή Αθηνά φεύγει με τρόπο θαυμαστό, αφήνοντας να καταλάβουν τη θεία ύπόστασή της. Το άλλο πρωί ο Τηλέμαχος, με συντροφιά ένα γιο του Νέστορος, ξεκινά για τη Σπάρτη (γ), όπου φθάνουν το άλλο βράδυ. Εκεί βρίσκουν εγκάρδια φιλοξενία, και ο Μενέλαος ανακοινώνει στον νέο ότι, όπως είχε ακούσει πριν από πoλυν καιρό από τον θεό Πρωτέα, τον Οδυσσέα τον κρατούσε κοντά της ή Καλυψώ στο ερημικό νησί της. 


Απότομα μεταφερόμαστε στην Ιθάκη, οι μνηστήρες και ή Πηνελόπη μαθαίνουν τυχαία την αναχώρηση του Τηλέμαχου. Τη μητέρα του την καθησυχάζει ένα θεϊκό όνειρο, ενώ οι μνηστήρες αποφασίζουν να του στήσουν ενέδρα σε ένα κοντινό νησί (δ). Το άλλο πρωί έρχεται ο Έρμης στην Καλυψώ, πού, αναγκασμένη να συμμορφωθεί, βοηθάει τον ήρωα να κατασκευάσει μέσα σε τέσσαρες ήμέρες σχεδία. 


Ό Οδυσσεύς ταξιδεύει, αλλά πάνω στις δεκαοκτώ μέρες ο Ποσειδών του διαλύει τη σχεδία. Κολυμπώντας κατορθώνει, ύστερα από δύο ημερονύκτια, να φθάσει στο νησί των Φαιάκων (ε). Το άλλο απόγευμα τον βρίσκει ή Ναυσικά, ή βασιλοπούλα του τόπου, και τον οδηγεί να πάει στο παλάτι του πατέρα της Αλκίνοου (ζ). Εκείνος τον φιλοξενεί εγκάρδια και υπόσχεται να τον βοηθήσει να γυρίσει, χωρίς πια αλλά βάσανα, στην πατρίδα του (η). Την επόμενη συνεχίζεται ή φιλοξενία στον άγνωστο ναυαγό, και μόλις το βράδυ ο ήρωας φανερώνει το όνομά του μπροστά στους Φαίακες άρχοντες και αρχίζει να ιστορεί τα πάθη του. Οι περιπέτειές του δίνονται ,άλλες σύντομα, άλλες πλατιά, στους Κίκονες, στους Λωτοφάγους, στον Πολύφημο, στον Αίολο, στους Λαιστρυγόνες, όπου χάνονται όλα τα καράβια του εκτός από το δικό του με το πλήρωμά του, στην Κίρκη,(κ) στον Άδη (λ), στις Σειρήνες, στη Σκύλλα, στη Χάρυβδη, στην Τρινακρία.


Εκεί οι σύντροφοί του, δαμασμένοι από την πεινά, σφάζουν τις αγελάδες του Ήλιου. Γι' αυτό, μόλις ξεκινούν, ο Ζευς κεραυνώνει το πλοίο, και είναι μόνο ο Οδυσσεύς που γλιτώνει ύστερα από εννέα ήμερων θαλασσοδαρμό στην Ώγυγία, όπου τον φιλοξενεί ή Καλυψώ και γυρεύει έπειτα - άδικα - να τον κρατήσει για πάντα κοντά της με την υπόσχεση να τον κάνη αθάνατο. Τη μακροχρόνια παραμονή του στο νησί της και το πρόσφατο ναυάγιό του τα είχε διηγηθεί από την πρώτη ήδη βράδια στον Αλκίνοο (μ). Με τη διήγησή του μαγεύει όλους τους Φαίακες, που την άλλη μέρα θα τιμήσουν τον ξακουστό ξένο τους με καινούργια δώρα. Το ίδιο βράδυ ξεκινά ένα από τα θαυμαστά καράβια τους, που βρίσκουν το δρόμο μοναχά τους, για να τον μεταφέρει στην πατρίδα του. Το άλλο πρωί οι ναύτες τον ακουμπούν κοιμισμένο σε μια έρημη ακρογιαλιά της Ιθάκης και φεύγουν. Ξυπνώντας ο Οδυσσεύς βρίσκει την Αθηνά, που τον κατατοπίζει για τους νέους αγώνες που τον περιμένουν, έπειτα τον μεταμορφώνει σε ζητιάνο και τον στέλνει στην καλύβα του Εύμαιου, του πιστού χοιροβοσκού του, έξω από την πόλη (ν).


Ό Εύμαιος φιλοξενεί τον άγνωστο ζητιάνο (ξ). Εν τω μεταξύ ο Τηλέμαχος, παρακινημένος από την Αθηνά, φεύγει από τη Σπάρτη και φθάνοντας στην Πύλο ξεκινά αμέσως με το καράβι του. Ό Οδυσσεύς περνάει μια δεύτερη ήμέρα ατού Εύμαιου, βρίσκοντας την ευκαιρία να δοκιμάσει την πίστη του δούλου του και να μάθη νέα για τους δικούς του.


Το άλλο πρωί, ξεφεύγοντας την ενέδρα, αποβιβάζεται και ο Τηλέμαχος σε ένα ακρογιάλι της Ιθάκης και πηγαίνει ατού Εύμαιου (ο). Εκεί, την ώρα που ο βοσκός φεύγει, για να ειδοποιήσει την Πηνελόπη ότι ο γιος της γύρισε, αναγνωρίζει τον πατέρα του (π). Την άλλη μέρα φεύγει για την πόλη ο Τηλέμαχος και λίγο αργότερα ο Οδυσσεύς με τον Εύμαιο.


Στο παλάτι ο νέος συμπεριφέρεται στον πατέρα του με καλοσύνη, όπως σε ζητιάνο, οι μνηστήρες όμως τον προσβάλλουν κάθε τόσο (ρ). Με την έμπνευση της θεάς ή Πηνελόπη δηλώνει μπροστά στους άνδρες ότι ήλθε ή ώρα, τώρα που ο γιος της μεγάλωσε και ο Οδυσσεύς έχει χαθεί, να παντρευθη άλλον. Γυρεύει όμως δώρα από όλους κατά τη συνήθεια. Οι μνηστήρες δέχονται και ο Οδυσσεύς, πάντοτε αγνώριστος, χαίρεται με την εξυπνάδα της (σ). 


Αργότερα ο Οδυσσεύς συναντά την Πηνελόπη μόνη και τη βεβαιώνει ότι ο άνδρας της θα γυρίσει γρήγορα, χωρίς όμως να την πείσει. Ή γρια Ευρύκλεια, ή σκλάβα που τον είχε αναθρέψει, καθώς του πλένει τα πόδια, τον αναγνωρίζει από ένα σημάδι στον μηρό, εκείνος όμως της επιβάλλει σιγή. Ανυποψίαστη ή Πηνελόπη του ανακοινώνει ότι απεφάσισε να καλέσει την άλλη μέρα τους μνηστήρες σε αγώνα με το τόξο του Οδυσσέως, ώστε να διαλέξει για άνδρα της τον πιο δυνατό (τ). 


Ή νύχτα περνάει ανήσυχη και για τον 'Οδυσσέα και για την Πηνελόπη. Ωστόσο τα ευοίωνα σημάδια πληθαίνουν (υ). Ό αγώνας αρχίζει, άδικα όμως δοκιμάζουν οι μνηστήρες να σύρουν το τόξο. Στο τέλος το παίρνει με πονηριά ο Οδυσσεύς, το τεντώνει (φ) και αρχίζει τον φόνο. Τον παραστέκουν, εκτός από τον γιο του, οι δούλοι Εύμαιος και Φιλοίτιος, που πριν από λίγο είχαν αναγνωρίσει τον κύριό τους. Δεν περνά πολλή ώρα και οι μνηστήρες έχουν σκοτωθεί (χ).


Ακολουθεί με πολλές δραματικές διακυμάνσεις ή αναγνώριση του Οδυσσέως από την Πηνελόπη. Το πρωί ο ήρωας πηγαίνει στο κτήμα (ψ) και αναγνωρίζεται από τον πατέρα του Λαέρτη. Εν τω μεταξύ οι συγγενείς των σκοτωμένων ξεσηκώνονται. Ακολουθεί μάχη, όπου αριστεύει ο Λαέρτης. Στο τέλος όμως, με τη μεσολάβηση της Αθηνάς, οι αντίμαχοι συμφιλιώνονται.

Συνδεσμοι προς το πληρες κειμενο , μεταφρασμενο στην δημοτικη

























Δεν υπάρχουν σχόλια: